Γενικός Ιατρός

Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Αρχ. Δ. ΣΑΠΙΚΑΣ

Ν. Νικηφορίδη 38 – 40. Βύρωνας – Τ.Κ. 16231 τηλ. 76.45.781 Κιν. 6977-28-57-66 e-mail: Sapikas@otenet.gr

Πρόλογος

«Η αμαρτία των πρωτοπλάστων μετά της ενοχής και όλων των συνεπειών και ποινών αυτής μετεδόθη ως κληρονομικόν αμάρτημα και μόλυσμα εις όλους ανεξαιρέτως τους απογόνους αυτών, διότι πάντες ούτοι περιείχοντο ουσία και δυνάμει εν τοις πρωτοπλάστοις. Η προπατορική εκείνη αμαρτία απετέλεσεν στατικήν κληρονομίαν της ανθρωπίνης φύσεως δημιουργήσασα κατάστασιν αμαρτίας ήτις μεταδίδεται εις όλους τους καταγομένους εκ του Αδάμ και της Εύας διά της φυσικής γεννήσεως»1. Κατά ταύτα η καθολικότης της αμαρτίας είναι αναμφισβήτητος καθ όσον μία είναι η πηγή εμφανίσεως όλων των ανθρώπων ήτοι ο Αδάμ και η Εύα. Τοιουτοτρόπως πάντες οι άνθρωποι ήσαν ένοχοι απέναντι του Θεού και υπόλογοι ένεκα της κληρονομικής μεταδόσεως της αμαρτίας του Αδάμ και της Εύας. Τούτο καταφαίνεται εις το «δι ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθεν και διά της αμαρτίας ο θάνατος»2. Επομένως η απαλλαγή του ανθρώπου εκ της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας ήτο πρόβλημα καθολικόν. Η εν Χριστώ απολύτρωσις δεν ήτο δι ορισμένους των ανθρώπων αλλά διά σύμπασαν την ανθρωπότητα. Η υπακοή του τελείου ανθρώπου, συγχρόνως δε και Δευτέρου προσώπου του Τριαδικού Θεού εχρησίμευσεν ως αντίβαρον της καθολικής παρακοής διά του Αδάμ. Ήτο δε ανάγκη η απολύτρωσις να γίνη διά του Θεανθρώπου καθ όσον ο άνθρωπος εξέπεσεν της αρχεγόνου δικαιοσύνης και διελύθησαν οι δεσμοί μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Η επανασύνδεσις των σχέσεων Θεού και ανθρώπου έπρεπε να γίνη ουχί δια του ανθρώπου όστις ήτο πλήρης στιγμάτων αμαρτίας, αλλά διά του αναμαρτήτου Υιού και Λόγου του Θεού. Εξ άλλου η αμαρτία κατά τον ’γιον Νικόδημον τον Αγιορείτην είναι «Ένα άπειρον κακόν, διότι πράττει εναντίον ενός απείρου Θεού». ’ρα ένας άπειρος Θεός ηδύνατο να απαλείψη το άπειρον κακόν. Ως λέγει δε η Αγία Γραφή «ώσπερ γαρ διά τη παρακοής του Ενός δίκαιοι κατασταθήσονται οι πολλοί»3. Την καθολικότητα ταύτην της αμαρτίας την παραδέχονται πλην του Χριστιανισμού και άλλαι θρησκείαι ως και η παγκόσμιος συνείδησις δι ο και ο Θουκυδίδης παρατηρεί: «πεφύκασιν άπαντες και ιδία και δημοσία αμαρτάνειν»4. Η εν Χριστώ απολύτρωσις δια των Αποστόλων και των διαδόχων αυτών εναπετέθη εις την υπό του Τριαδικού Θεού δημιουργηθείσαν εκκλησίαν. Η εκκλησία κατά ταύτα πρέπει να σώση διά του Κ.Η.Ι.Χ. τον Αδάμ εν τη πληρότητι ήτοι άπαντας τους απογόνους του Αδάμ, ομιλούμεν δηλ. περί του καθολικού σωτηριολογικού χαρακτήρος της εκκλησίας. Διότι ως λέγει και ο καθηγητής Τρεμπέλας «χαρακτηρίζοντες την εκκλησίαν ως καθολικήν εννοούμεν την καθ όλον τον κόσμον επέκτασιν αυτής και την μεταξύ πάντων των εθνών και των λαών διάδοσιν και επικράτησιν ταύτης»5. Έχοντες δε υπόψη ότι ο κύριος σκοπός της εκκλησίας είναι η σωτηρία των μελών της βλέπομεν την καθολικότητα αυτής ασχέτως φυλής, χρώματος, εθνικότητος και τοπικών ορίων.

Προς καλυτέραν μελέτην του θέματος «Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» θ αναφέρωμεν πρώτον μεν, ως αύτη ευρίσκεται εν τη Αγία Γραφή, δεύτερον δε εις τους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας οίτινες ερμηνεύουν την Αγίαν Γραφήν και τέλος ποία η Καθολικότης της Εκκλησίας εξ Ορθοδόξου επόψεως και σύγχρονα προβλήματα.

Α΄. Η Καθολικότης της Εκκλησίας εις την Αγία Γραφήν.

«Η Αγία Γραφή αγνοεί τον όρον «καθολικότης» ή «καθολική» γνωρίζει όμως και διακηρύττει εμφανώς το υπό τον όρον τούτον σημαινόμενον. Εν αυτή τη Παλαιά Διαθήκη προλέγεται η καθολική κυριαρχία του Μεσσίου περιλαμβάνοντος εις το βασίλειον Αυτού άπασαν την Οικουμένην ενώ η Θεοκρατία περιορίζετο εις μόνον τον Ισραήλ, η αναμενόμενη βασιλεία του Μεσσίου θα περιελάμβανε πάντας τους λαούς της γής»6.

Ήδη εις το πρώτον βιβλίον της Π.Δ., την Γένεσιν, περιλαμβάνεται εν εσόπτρω η καθολική της εκκλησίας αποστολή «και ενευλογηθήσονται εν των σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης»7. Ενταύθα καθαρώτατα διαφαίνεται το απόλυτον της καθολικότητος, μη εξαιρουμένου έθνους τινός· διότι λέγει ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ και ουχί έθνη τινά. Η καθολικότης της σωτηρίας τονίζεται ιδιαιτέρως εις τον 21ον ψαλμόν στίχος 28 «μνησθήσονται και επιστραφήσονται προς Κύριον πάντα τα πέρατα της γης, και προσκυνήσουσι ενώπιον αυτού πάσαι αι φατρίαι των εθνών». Γνωστού όντος ότι η καταλλαγή ανθρώπου και Θεού γίνεται εν τη εκκλησία ευκόλως εννοεί τις ότι η επιστροφή προς Κύριον συντελείται εντός της εκκλησίας· ο ψαλμός δε ούτος αναφέρει καθαρώς ότι «επιστραφήσονται προς Κύριον πάντα τα πέρατα της γης». Η λατρεία του Θεού τελείται και τελειούται εν τη εκκλησία. Ο προφήτης Μαλαχίας αναφέρει «από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομά μου δεδόξασται εν τοις έθνεσιν και εν παντί τόπω θυμίαμα, προσάγεται τω ονόματί μου και θυσία καθαρά διότι μέγα το όνομά μου εν τοις έθνεσι, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»8. Και εδώ βλέπομεν ότι η εκκλησία δεν περιορίζεται εντός τοπικών και χρονικών περιορισμών περιλαμβάνουσα πάντας τους ανήκοντας εις το μυστικόν σώμα του Χριστού. Οι προφήται προβάλλουν και «το όρος Κυρίου κείμενον υπεράνω των βουνών» δια να έλθουν «επ αυτό πάντα τα έθνη» διότι αυτός είναι φως εθνών και «η σωτηρία έως εσχάτου της γης» και η βασιλεία αυτού έσται ως «όρος μέγα όπερ επλήρωσε πάσαν την γην». Ούτω βλέπομεν ότι εις την Π.Δ. προαναγγέλλεται η καθολικότης της εκκλησίας.

Αλλά και εις την Κ.Δ. αναφέρεται περί της καθολικότητος της εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος ήδη ρητώς καθορίζει ότι οι Απόστολοι «έλαβον χάριν και αποστολήν εις υπακοήν πίστεως εν πάσι τοις έθνεσι». Η κήρυξις του Ευαγγελίου εις όλον τον κόσμον αποτελεί προϋπόθεσιν της εξαπλώσεως της εκκλησίας εις τον κόσμον. Δι ο και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει σχετικώς με την δευτέραν παρουσίαν του Κ.Η.Ι.Χ. «και κηρυχθήσεται τούτο το Ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη Οικουμένη εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι, και τότε ήξει το τέλος»9.

Προϋπόθεσις επομένως της τελική κρίσεως είναι ανά την υφήλιον εξάπλωσις της εκκλησίας υπό την αρχηγίαν του αρχιποίμενος Χριστού. Οι προφητικοί λόγοι του Χριστού «γενήσεται μία ποίμνη, Εις ποιμήν»10, θα εκπληρωθούν αναμφιβόλως προ του της ογδόης ημέρας μυστηρίου. Κατά ταύτα ο ποιμήν θα είναι Εις όστις είναι και ιδρυτής αυτής, και η ποίμνη μία αποτελούσα ούτω το μυστικό σώμα του Χριστού έχον ως κεφαλήν τον Κ.Η.Ι.Χ. Δι αυτό ακριβώς ο Μέγας Διδάσκαλος λέγει διά μέσου των αιώνων εις τους μαθητάς του: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»11, «και κηρυχθήναι επί τω ονόματί μου μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών»12.

Β΄. Η Καθολικότης της Εκκλησίας εις τους Αγίους Πατέρας.

Εν αντιθέσει με την Αγία Γραφήν όπου δεν συναντάται ουδαμού καθαρώς ο όρος «καθολική» εις τους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας συναντάται εις πλείστα όσα χωρία. Ήδη ο ’γιος Ιγνάτιος ο και Θεοφόρος εχρησιμοποίησεν τον όρον «καθολική» διακηρύξας ότι· «όπου αν η Χριστός Ιησούς, εκεί και η καθολική εκκλησία»13.

«Η αυτή αλήθεια επαναλαμβάνεται υπό άλλην μορφήν εις το μαρτύριον του Αγίου Πολυκάρπου, το συγγραφέν μικρόν μετά τον μαρτυρικόν θάνατον αυτού, ένθα «ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός» ονομάζεται «Ποιμήν της κατά την οικουμένην Καθολικής εκκλησίας». Εν τω αυτώ συγγράμματι απαντά επανειλημμένως ο όρος ούτος εις την έννοιαν ου μόνον «της κατά την οικουμένην Καθολικής εκκλησίας» ης εμνημόνευσεν κατά την προσευχήν την οποίαν κατά την ώραν της συλλήψεως αυτού απηύθυνεν ο ιερομάρτυς, αλλά και της «εν Σμύρνη» τοπικής εκκλησίας ήτις ονομάζεται «Καθολική» και την έννοιαν του όρου Ορθόδοξος εφ όσον «διδάσκαλος αποστολικός και προφητικός και επίσκοπος» αυτής εγένετο ο Πολύκαρπος. Ούτως ο όρος «Καθολική», χρησιμοποιηθείς απολύτως και υπό του Τερτυλλιανού, πιθανώτατα δε και υπό των αιρετικών υιοθετηθείς ως ονομασία των μελών της εκκλησίας από του Κυπριανού δε σημαίνων γενικώς πάντα ορθοτομούντα Χριστιανόν, κατέστη και υπό τας δύο εννοίας καθ ας συναντάται εν τω ως άνω μαρτυρίω, η προσφυής ονομασία της εκκλησίας εισαχθείς εις πάντα τα παλαιότερα σύμβολα, ήτοι τόσον εις τον λεγόμενον Αποστολικόν όσον και εις το εν ταις Κατηχήσεσι του Κυρίλλου, καθώς και το παρ Επιφανείω σύμβολον, έως ου καθιερώθη επισήμως υπό της εν Κων)πόλει Β΄ Οικουμενικής και εν τω Συμβόλω της Νικαίας το οποίον αναφέρει εν «ενάτω άρθρω», «εις μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν»14. Η εκκλησία είναι κατά τον Μ. Βασίλειον «Μία πανταχού αδελφότης»15 ως μέλλουσα να περιλάβη εις τους κόλπους της πάσαν «την υφ ηλίω»16 και διαλάβη πάσαν την γην «ως οικουμενική καρποφορία»17. Ο ’γιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρεται περί «της Μεγάλης του Χριστού κληρονομίας, της μεγάλης και ου παυσομένης, αλλ επί πλείον αεί βαδιουμένης Τε και αρθησομένης· ην ως Θεός εποίησεν και ως άνθρωπος εκληρονόμησεν· ην ο νόμος ετύπωσεν και χάρις επλήρωσεν, και Χριστός ενεκαίνισεν· ην προφήται συνέπηξαν και Απόστολοι συνέδησαν και Ευαγγελισταί κατηρτίσαντο»18.

Ο Μ. Βασίλειος διδάσκει ότι η εκκλησία του Χριστού έχουσα αποστολήν καθολικήν και παγκόσμιον χαρακτήρα, οικουμενικόν και πανανθρώπινον, καλεί εις την εν Χριστώ σωτηρίαν πάντας τους ανθρώπους αδιακρίτως και πάντα τα έθνη «των εθνών των πολλών των επί των ορέων φωνή έστιν εκκλησίας· δια τούτο και πεδινόν όρος αυτή εξελέχθη, ίνα ευρυχωρίαν έχη προς την συλλογήν του πλήθους των αναβαινόντων επί το ύψος της γνώσεως του Θεού. Οίδεν ουν εν τω όρει τω πεδινώ πολύ το πλήθος πολλαχόθεν συνειλεγμένον και φωνή μία αφιέντων της πίστεως. Και φησι το Πνεύμα το ’γιον δια του Προφήτου, φωνή Εθνών πολλών επί των ορέων εφ ων ήρθη το σημείον ομοία εθνών πολλών. Και μία εστίν η φωνή και έοικεν φωναίς πολλών εθνών. Μία μεν κατά την συμφωνίαν της πίστεως, πολλαίς δε φωναίς έοικε δια μερισθήναι γλώσσαις πυρός παρά του Αγίου Πνεύματος εφ έκαστον των Αποστόλων των μελλόντων τοις εν τη Οικουμένη έθνεσιν επισπείρειν το Ευαγγέλιον»19.

Ενταύθα καταφαίνεται σαφέστατα το απόλυτον της καθολικότητος της εκκλησίας επεκτεινόμενη αύτη εις Ιουδαίους τε και Εθνικούς, δικαίους και αδίκους, αγαθούς και πονηρούς. Δι ο και ο Κ.Η.Ι.Χ. λέγει «και άλλα πρόβατα έχω α ούκ έστιν εκ της αυλής ταύτης· κακείνα με δει αγαγείν, και της φωνής μου ακούσουσιν»20.

Η εκκλησία εκτείνεται εις τους ζώντας τε και τεθνεώτας, χωριζομένη ούτω εις στρατευομένην και θριαμβεύουσαν περιλαμβάνουσα τους πανταχού της οικουμενης πιστούς και μάλιστα κατά τον ιερόν Χρυσόστομον ουχί μόνον τους «όντας» αλλά και τους «γενομένους» και τους «προ της του Χριστού παρουσίας ευηρεστηκότας»21.

Αλλ όμως και ο ’γιος Γρηγόριος ο Νύσσης δια να καταδείξη ότι η εκκλησία είναι παγκόσμιος κοινωνία και ότι ο «Σωτήριος» αυτής «Λόγος» κηρύσσεται ανά πάσαν την υφήλιον συνεχώς» κατά πάσαν την οικουμένην απ άκρου του ουρανού έως του άκρου αυτού»22.

Ο αυτός Πατήρ εις το ποιήσωμεν άνθρωπον γράφει: «μη εν ενί περιγραφήτω η Θεολογία αλλά εις πάσαν την γην κηρυχθήτω το ευαγγέλιον της σωτηρίας»23. Ταύτα πάντα δεικνύουν πως οι ’γιοι Πατέρες ερμηνεύουν και παρουσιάζουν τα εν εσόπτρω υπάρχοντα εν τη Αγία Γραφή περί της Καθολικότητος της εκκλησίας.

Γ΄. Η Καθολικότης της Εκκλησίας εξ ορθοδόξου επόψεως και σύγχρονα προβλήματα.

Εις τη σημερινήν εποχήν προβάλλονται δύο ερμηνείαι όσον αφορά την καθολικότητα της εκκλησίας, εξ ων η μία λαμβάνει αρνητικήν και η ετέρα θετικήν θέσιν.

Αρνητική θέσις.

Ταύτην υποθάλπει οι Οικουμενισμός όστις προϊόν ων του Προτεσταντισμού παραδέχεται την «περί κλάδων θεωρίας» αυτού.

Κατά την αιρετικήν αυτήν θεωρίαν ουδεμία εκ των σήμερον ευρισκομένων ιστορικών εκκλησιών, Χριστιανικών ομολογιών, δεν περιέχει εν τη πληρότητι την αλήθειαν, ήτοι ουδεμία των υπαρχουσών εκκλησιών δεν είναι η υπό του Κυρίου ιδρυθείσα εκκλησία ως μη περιέχουσα την καθολικήν αλήθειαν οίαν έδωκεν ο Κ.Η.Ι.Χ. Ούτω ο Οικουμενισμός θέλων να επανιδρύση την μίαν εκκλησίαν προσπαθεί να συνενώση όλας τας Χριστιανικάς ομολογίας ούτως, ώστε λαμβάνων εξ εκάστης ομολογίας τινάς αληθείας αποτελέση την Μίαν εκκλησίαν ήτις θα είναι η μόνη αληθής ως, δήθεν, περιέχουσα το πλήρωμα της αληθείας.

Θετική θέσις.

Η Ορθόδοξος εκκλησία θέτει ως βάσιν της καθολικότητός της την αποστολικήν διαδοχή. Ήτοι αι αλήθειαι της Χριστιανικής πίστεως από της εποχής της επιφανείας του Κ.Η.Ι.Χ. έως και σήμερον ευρίσκονται ακέραιαι εν τη εκκλησία. Τούτο δε διαβεβαιούν οι Απόστολοι και οι διάδοχοι αυτών οι επίσκοποι. Επομένως εφ όσον υπάρχει αποστολική διαδοχή έπεται ότι υπάρχει και το πλήρωμα της αληθείας εν τη ενότητι του επισκοπικού αξιώματος.

Εκ των πραγμάτων βλέπομεν ότι απορρίπτεται η περί κλάδων θεωρία του Προτεσταντισμού ήτις ανατρέπει εκ βάθρων αυτήν ταύτην την ιστορικότητα της εκκλησίας και αυτήν ταύτην την καθολικότητα αυτής. Και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να εννοήση τις εις τι απύθμενον βάθος ολέθρου οδηγεί η παραδοχή της θεωρίας αυτής.

Η Καθολικότης άρα της εκκλησίας δεν αποβλέπει εις τινα συμπλήρωσιν ετέρων θρησκειών και ομολογιών διότι αύτη ως κατέχουσα πάσαν την αλήθειαν δεν επιδέχεται συγκρητισμόν, αλλά αποβλέπει εις την πλήρωσιν των ανθρώπων δια της μοναδικής πίστεως και δια την μοναδικήν εν Ιησού Χριστώ σωτηρίαν.

ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΝ

ORTHODOX CHRISTIAN THEOLOGY AND MEDICAL SCIENCE

Share on Facebook