Γενικός Ιατρός

ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗ ΓΙΑΝΝΗ-ΣΗΦΑΚΗ ΓΙΑΝΝΗ: «17.000 ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ»

Είναι παροιμία, ο σύντομος λόγος, που περιέχει μια αλήθεια βγαλμένη απ’ την πείρα του λαού, δηκτικός, αφελής, αλλά ευφυής. Ο Αριστοτέλης λέει, ότι παροιμία είναι είδος παρομοίωσης, που αναφέρεται σε διάφορες περιστάσεις και πράξεις ανθρώπων.

Ενώ στην αρχή είχε αστείο κι ειρωνικό χαρακτήρα, πήρε τελικά διδακτική μορφή.

Οι παροιμίες, σύμφωνα με την άποψη του Αριστοτέλη, είναι λείψανα παλιάς φιλοσοφίας και περικλείνουν τη σοφία του λαού, που διαδόθηκε από γενιά σε γενιά: «των πρωτινών τα λόγια είν’ ευαγγέλια», λένε στα Κύθηρα.

Στις παροιμίες φαίνεται η ψυχοσύνθεση κι η ζωή του λαού κι έχουν αξία, γιατί μας βοηθούν να μελετήσουμε τη γλώσσα, τη σκέψη, τα ήθη κι έθιμα των ανθρώπων.

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν στα έργα τους παροιμίες και στα έπη του Όμηρου βρίσκονται γνώμες, όπως: «αίεν αριστεύειν», «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης».

Πολλοί άλλοι λαοί ανάπτυξαν τις παροιμίες, όπως οι Ινδοί κι οι Εβραίοι, που μας άφησαν τις «Παροιμίες του Σολομώντα», τη «Σοφία Σειράχ» και τον «Εκκλησιαστή».

Στην εποχή του Πλάτωνα και του Σωκράτη χρησιμοποιήθηκαν παροιμίες για τις σχέσεις Θεού – ανθρώπων: «Θεού θέλοντος καν επί ριπός πλέοις» (=αν θέλει ο Θεός, μπορείς να ταξιδέψεις πάνω στην ψάθα), για τους κανόνες της ζωής: «γνώθι σαυτόν».

Πολλές παροιμίες είχαν τη ρίζα τους σε μύθους ή ιστορικά γεγονότα.
Ο Αριστοτέλης πρώτος συγκέντρωσε κι ερμήνεψε παροιμίες και τον ακολούθησαν οι μαθητές του Θεόφραστος και Κλέαρχος.

Στη βυζαντινή εποχή οι συλλογές των παροιμιών ήταν πολλές, με θεολογικές, αλληγορικές ερμηνείες. Απ’ τις παροιμίες κλασικής, αλεξανδρινής, βυζαντινής εποχής, διάλεξαν κι έφτιαξαν συλλογές παροιμιών οι Ευρωπαίοι Σκαλίγερος κι Έρασμος (4.000 παροιμίες).

Στην Ελλάδα, ο Ν. Γ. Πολίτης, στον πρώτο τόμο των «Παροιμιών», συγκέντρωσε τις παροιμίες των νεοελληνικών χρόνων μέχρι το 1899.Ο Κρουμπάχερ παρατηρεί, ότι οι νεοελληνικές παροιμίες, σε σχέση μ’ αυτές της Δυτικής Ευρώπης, έχουν αφηγηματικό, παραστατικό και δραματικό χαρακτήρα, όπως: «κάποιου χάριζαν γομάρι και το κοίταζε στα δόντια», οι Ευρωπαίοι λένε: «το χαρισμένο άλογο δεν πρέπει να το κοιτάζει κανείς στο στόμα».

Σήμερα, όταν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε παροιμίες, λέμε: «όπως λέει ο λόγος…» κι εννοούμε τις γνώμες και παροιμίες που έχουν σκωπτικό κι ειρωνικό ύφος και τις παίρνουμε απ’ το περιβάλλον του ανθρώπου.

Ο ρέκτης και πολυβραβευμένος συγγραφέας και ποιητής του βιβλίου «Γκίνες» Γιάννης Σηφάκης, ο άρχοντας της κρητικής Γής και μελισσοκόμος του πνεύματος, μάζεψε την σοφία του λαού μας ,δια μέσου των αιώνων, την θεματοποίησε και την έδωσε παρακαταθήκη στις νεώτερες γενιές των Ελλήνων, τους θησαυρούς της φυλής μας.

Ο λάτρης κάθε ελληνικού και εθνικού, ο εκδότης Γιάννης Σμυρνιωτάκης, έντυσε με το δοξάρι του εκδοτικού του οίκου, σε καλαίσθητο τόμο το Σηφάκειο πόνημα, ώστε από σήμερα η ελληνική βιβλιογραφία να είναι πλουσιότερη και πολύ περήφανη, τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον εκδότη.

Εμείς τους είμαστε ευγνώμονες και τους συγχαίρουμε για το «θεϊκό »τους πνευματικό δώρο.

Αρχιμανδρίτης Σάπικας Δανιήλ, καθηγητής Θεολόγος και Βυζαντινής μουσικής-Λογοτέχνης και ποιητής-Ειδικευμένος Γενικός ιατρός 10-12-2008

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Σκύλος δάγκωσε ένα… τζάμπο!

Πηγή:Α.Π.Ε. Δημιουργία:7/12/2008 1:46 μμ Τελευταία ενημέρωση:7/12/2008 1:48 μμ

Ένας σκύλος δάγκωσε ένα αεροσκάφος τύπου τζάμπο, στην Αυστραλία. Δεν της έφταναν της αυστραλιανής αεροπορικής εταιρίας Qantas όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τον τελευταίο καιρό με ατυχήματα, ήρθε να της προστεθεί
Ο σκύλος, που επρόκειτο να μεταφερθεί από τη Μελβούρνη στο Λος Άντζελες, άγνωστο πως, κατόρθωσε να φάει καλώδια στην αποθήκη του αεροσκάφους.
Το πρόβλημα εντοπίστηκε πριν την αναχώρηση και η πτήση ακυρώθηκε. «Δεν το πίστευα όταν μας ανακοινώθηκε ότι η πτήση ακυρώνεται επειδή σκύλος δάγκωσε το αεροπλάνο», ανέφερε ένας επιβάτης.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΡΟΤΥΠΙΑ

Ερ.:Σας έχουν επικρίνει ότι προτιμάτε τη σιωπή, ακόμη και για τα εθνικά μας θέματα ή ότι δεν λειτουργείτε συχνά, αφήνοντας χώρο σε άλλους αρχιερείς να αναπτύξουν πρωτοβουλίες. Τι απαντάτε σ` αυτές τις «εσωτερικές» επικρίσεις;
***********************************************************************
Απ.:Στη ζωή μου έχω μια γενική αρχή: Δεν μ` ενδιαφέρει η εικόνα που θα κομίσει κανείς από το φαίνεσθαι, αλλά να γίνει έργο που θα μιλήσει εκείνο κάποια στιγμή.

Και βέβαια λειτουργώ συνέχεια, αλλά δεν βγάζω ανακοινώσεις γι` αυτό. Από την αρχή νομίζω ότι είχα δύο δρόμους να διαλέξω: Να μιλάω και νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω ή να σιωπώ και να σκέπτομαι.
Διάλεξα το δεύτερο, διότι τα προβλήματα που συνάντησα είναι τεράστια και οι «μαύρες τρύπες» που παρέλαβα μεγάλες.
Μπροστά σε τέτοια θέματα, προτίμησα τη σιωπή.
Για τα εθνικά θέματα, θα με συγχωρήσετε να σας πω ότι αγαπώ τόσο την πατρίδα μου που ευχαρίστως θα έδινα και τη ζωή μου.
Αλλά μ` έχει κουράσει, μ` έχει απογοητεύσει κι έχω αηδιάσει την πατριδολαγνεία και την εθνοκαπηλία.
Γνώρισα τέτοιους ανθρώπους πολλούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια ως σύνθημα και βόλεμα.
Δεν θέλω να ακολουθήσω αυτή τη γραμμή.
Προτιμώ κάποτε να μιλήσουν τα έργα και να σβήσουν τα συνθήματα.
Ετσι θα πορευθώ.
Με στόχο όχι τα φαραωνικά έργα, αλλά εκείνα που θα σκεπάσουν τον πόνο των συνανθρώπων μας.
**********************************************************************************

Ερ.:Το Βατοπέδι μονοπωλεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης επί μήνες τώρα. Υπάρχουν επιπτώσεις στην Εκκλησία;
**********************************************************************************
Απ.:Το φαινόμενο Βατοπεδίου μάς έχει προβληματίσει πολύ. Μας έχει πονέσει κι όλοι είμαστε σε αγωνία πώς θα καταλήξει. Οπωσδήποτε θα έχει επιπτώσεις στο χώρο της Εκκλησίας.

Πρέπει, όμως, να έχουμε υπομονή να δούμε πού θα καταλήξει το θέμα, το οποίο ωστόσο έχει και παραμέτρους που πρέπει να μας προβληματίσουν κι εμάς και εκείνους που είναι έτοιμοι για επίθεση κατά της Εκκλησίας.

Και εννοώ όσους μιλούν ήδη για χωρισμό εκκλησίας-πολιτείας.

Ένας θεσμός όπως είναι η Εκκλησία δεν έχει καθήκον να αξιοποιήσει την περιουσία της για να αντιμετωπίσει τα οποιαδήποτε λειτουργικά έξοδά της στην πορεία της διακονίας της; Άλλη μία παράμετρος είναι ότι ενώ ζούμε σε μια συντεταγμένη πολιτεία που δέχεται την ατομική ιδιοκτησία, έχουμε μια διαφορετική αντιμετώπιση.

Ένα ερώτημα είναι τι χρειάζεται την περιουσία η Εκκλησία. Τη χρειάζεται όχι για τους ιερείς και αρχιερείς, αλλά για να έχει τη δυνατότητα να κάνει ελεύθερα το έργο της.

Η υστέρηση και στον άνθρωπο και σε οποιονδήποτε φορέα γεννά τη στέρηση της ελευθερίας. Άλλη μία παράμετρος που δείχνει πολλές φορές την επιπόλαιη αντιμετώπιση ζητημάτων στον τόπο μας είναι κι όσα λέγονται για τα χρυσόβουλα, μολυβδόβουλα, για τον αχτιναμέ ή τα έγγραφα όπου στηρίζονται η Μονή Σινά, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που θέλει να υπερασπιστεί την περιουσία του.

Όταν αυτά τα βλέπουμε απαξιωτικά και τα εκμηδενίζουμε εμείς οι ίδιοι, γιατί έχουμε απαίτηση από άλλα κράτη να τα σέβονται;

Ποιες είναι οι σχέσεις σας με τους πολιτικούς εκπροσώπους της χώρας;Συνεργάζομαι με όλους, κι αυτή είναι η διάθεσή μου για το μέλλον.Θα προγραμματίσετε και επίσκεψη στα γραφεία του ΚΚΕ;Ήδη έχω συναντηθεί με την κυρία Παπαρήγα.

Αλλά θέλετε να σας πω κάτι: Πιστεύω ότι οι αριστεροί πολίτες πιστεύουν στο Θεό περισσότερο από τους δεξιούς.
Το έχω ζήσει αυτό.
**********************************************************************************
Ερ.:Μετά την εκλογή σας τον περασμένο Φεβρουάριο, γρήγορα έγινε λόγος για «εσωτερική αντιπολίτευση»…Φυσικό είναι να υπάρχει. Χωρίς αντιπολίτευση και χωρίς να ακούσει κανείς την άλλη θέση, δεν υπάρχει πρόοδος. Φτάνει να γίνεται καλοπροαίρετα, βεβαίως.Πώς αντιμετωπίζετε, λοιπόν, αυτές τις «αντιπολιτευτικές φωνές»;
************************************************************************************
Απ.: Αντλώ τη δύναμή μου από το Θεό, από τους φίλους και από τη συναίσθηση ότι δεν αισθάνομαι καρφωμένος σε μια καρέκλα εξουσίας.
Όποια ώρα καταλάβω ότι δεν έχω να προσφέρω, δεν με απασχολεί να παραμείνω σ` αυτή την καρέκλα.
***********************************************************************************
Ερ.:Σας επικρίνουν, όμως, και γιατί δεν κάνετε χειροτονίες νέων κληρικών.
***********************************************************************************
Απ.: Νομίζω ότι οι χειροτονίες είναι από τα ουσιαστικότερα θέματα για έναν αρχιερέα. Επομένως θα ήταν επιπόλαιο να χειροτονώ ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζω. Πώς θα τους ζητήσω ευθύνες αύριο;
Τι σας λείπει περισσότερο εδώ στην Αρχιεπισκοπή απ` ό,τι στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας;Ο φυσικός και «ανθρώπινος» αέρας της επαρχίας.
Πώς θα πορευθείτε σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο;Οι σχέσεις μου είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια.
Το μέγα αμάρτημα της Ορθοδοξίας είναι η πολυδιάσπαση και η προσκόλληση στον εθνικισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει το συντομότερο να κλείσει όλες τις ρωγμές που υπάρχουν.

Κι αυτό ήταν η μεγάλη επιτυχία του Οικουμενικού Πατριάρχη στην πρόσφατη σύναξη των προκαθημένων. Αλλά κερδήθηκε μέσω του Κιέβου. Κι είναι σημαντικό σ` αυτή τη συγκυρία που έχουμε έναν αξιόλογο πατριάρχη όπως ο Βαρθολομαίος.

Ζούμε αυτές τις μέρες μια δεινή οικονομική κρίση.

Πώς η Εκκλησία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους;Η αρχιεπισκοπή προσφέρει σήμερα 3.500 πιάτα φαγητού καθημερινά κι η επιθυμία μου μέχρι το 2009 να γίνουν 20.000.

Αυτό μπορεί να γίνει, αν και δεν σώζεται έτσι η κατάσταση.
Φτάνει να σας πω ότι καθημερινά, τουλάχιστον 20 άνθρωποι που χάνουν το σπίτι τους έρχονται στην αρχιεπισκοπή, ζητώντας βοήθεια και έχω ένα όραμα και μια επιδίωξη μολονότι ο χρόνος είναι τώρα, λόγω Βατοπεδίου, ακατάλληλος: Θα ήθελα, σε συνεργασία με την Πολιτεία και με διαφάνεια, να αξιοποιηθεί η εκκλησιαστική περιουσία και οι πόροι να πάνε στο λαό. Με διακονία, όμως…Μιλάτε για έργα που θέλετε να γίνουν.

Έχετε αρχίσει να σχεδιάζετε κάποια από αυτά;Έχουμε εξαγγείλει ήδη στέγη κατάκοιτων και εγκαταλελειμμένων γερόντων, έργα για παιδιά με νοητικά προβλήματα, προστασία του αυτιστικού παιδιού, απεξάρτηση των νέων από τα ναρκωτικά, μαθητικές-νεανικές κατασκηνώσεις.

Είμαι, μάλιστα, στην ευχάριστη θέση να σας πω ότι μας πρόσφερε ένας ιδιώτης 150 στρέμματα στην περιοχή της Αττικής για την υλοποίηση αυτών των έργων.
************************************************************************************
Ερ.:Τι θα πείτε αύριο στη μεγάλη σύναξη των ιερέων της αρχιεπισκοπής;
************************************************************************************
Απ.:Το πρώτο που θα τους πω είναι ότι τίποτα δεν γίνεται αλλά και δεν διορθώνεται ο κόσμος αν δεν διορθώσουμε τον εαυτό μας. Πρώτα ο αρχιεπίσκοπος και μετά οι ιερείς. Αν δεν δούμε τον κόσμο με άλλο μάτι. Πιο απλή ζωή, φροντίδα στον άνθρωπο. Η Εκκλησία είναι χώρος διακονίας και αγάπης. Δεν είναι πολυέλαιοι και κοσμικές εορτές. Το βάρος πέφτει περισσότερο στην προσωπικότητα του κληρικού στην προετοιμασία εκείνου που θέλει να εισέλθει στον κλήρο, στη στήριξη της οικογένειας του ιερέα. Πρέπει να σας πω ότι εδώ ήρθα σ` έναν άγνωστο χώρο. Βεβαίως γνώριζα τις ανάγκες των κληρικών, και γενικότερα τα προβλήματα των ανθρώπων. Αλλά τι ακριβώς θα βρω μπροστά μου, δεν το γνώριζα.. Ολοι αυτοί οι μήνες που πέρασαν, ήταν χρόνος έρευνας, αποτύπωσης και ψηλάφησης των προβλημάτων. Εργάστηκα σκληρά. Είδα την πορεία των ενοριών, τη νοοτροπία των ιερέων αλλά κυρίως είδα τα προβλήματα των ανθρώπων. Είδα ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι κι ανθρώπους που πεινάνε. Πήγα σε εκδηλώσεις, σε χώρους, που βρίσκονταν άνθρωποι του «περιθωρίου». Εζησα μια δυο μέρες με παιδιά που προσπαθούν να αποτοξινωθούν. Διαπίστωσα τα προβλήματά τους όταν κόψουν τα ναρκωτικά.

Συγχρόνως, όμως, είδα και πώς ζούνε οι πολύ πλούσιοι. Τι σημαίνει να ζει κανείς σήμερα σ` ένα σπίτι 500 τετραγωνικών με τις πισίνες.

Δεν σημαίνει ότι θα αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα.

Ούτε την ψευδαίσθηση έχω για κάτι τέτοιο, ούτε τη δυνατότητα.

Αλλά, πιστεύω ότι όλοι μαζί κάτι μπορούμε να καταφέρουμε.

Γιατί αν δεν μπορούμε να κάνουμε τη γη Παράδεισο, μπορούμε να την εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Η Ελληνική φυλή

* Xωρίς την Ελληνική φυλή δεν θα υπήρχε ο σύγχρονος πολιτισμός,

* Είχαμε και έχουμε συνεχή πολιτιστική ύπαρξη και ανάπτυξη για 4.000 περίπου έτη.

* Αποτελέσαμε σωτήριο για τον κόσμο φράγμα εναντίον του ασιανισμού κατά τον 5ον π.χ αιώνα.

* Καλλιεργήσαμε πρώτοι την επιστημονική και την φιλοσοφική σκέψη.

* Δημιουργήσαμε με την καλλιτεχνική ευαισθησία μας απαράμιλλα μνημεία τέχνης. (π.χ Αγιά-Σοφία, Παρθενώνας κ.α.)

* Χαρίσαμε στην ανθρωπότητα αριστουργήματα του έντεχνου λόγου.

* Πρώτοι συλλάβαμε τις έννοιες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

* Προσφέραμε την γλώσσα μας, με την οποία διεσώθη ο χριστιανισμός.

* Επιβιώσαμε δύο μεγάλων κατακτήσεων: της Ρωμαϊκής και της Οθωμανικής.

* Υπήρξαμε πρωτοπόροι στην εθνική αφύπνιση των υποδουλωμένων λαών με την επανάσταση του 1821.

* Πολεμήσαμε ηρωικά στους δύο παγκόσμιους πολέμους ανατρέποντας με αυτοθυσία το χρονοδιάγραμμα του δεύτερου .

* Η εθνική εποποιία του 1955-59 όταν ο κυπριακός Ελληνισμός πολεμούσε ενάντια σε μια αυτοκρατορία για την εκπλήρωση του προαιώνιου πόθου της Ενώσεως με την μητέρα Ελλάδα.

ΟΡΚΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Σας εύχομαι τώρα που τελειώνουν οι πόλεμοι, να ευτυχήσετε με την ειρήνη.
Όλοι οι θνητοί από εδώ και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός, μονιασμένοι, για την κοινή προκοπή.

Θεωρήστε την Οικουμένη πατρίδα σας με κοινούς τους νόμους , όπου θα κυβερνούν οι άριστοι ανεξαρτήτως φυλής.

Δεν ξεχωρίζω τους ανθρώπους όπως κάνουν οι στενοκέφαλοι, σε Έλληνες και βάρβαρους.

Δεν με ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών, ούτε η ράτσα που γεννήθηκαν.

Τους καταμερίζω με ένα μόνο κριτήριο, την Αρετή.

Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο.

Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές ,δεν θα καφύγετε ποτέ στα όπλα, παρά θα τις λύσετε ειρηνικά.

Στην ανάγκη θα σταθώ εγώ διαιτητής σας.

Το Θεό δεν πρέπει να τον νομίζετε σαν αυταρχικό κυβερνήτη, αλλά σαν κοινό πατέρα όλων, ώστε η διαγωγή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τα αδέλφια στη οικογένεια.

Από μέρους μου θα θεωρώ όλους ίσους ,λευκούς ή μελαμψούς και θα ήθελα να μην είστε μόνον υπήκοοι της κοινοπολιτείας μου, αλλά μέτοχοι, όλοι και συνέταιροι.

Όσο περνάει από το χέρι μου θα προσπαθήσω να συντελεστούν αυτά που υπόσχομαι.
Τον όρκο που δώσαμε με την σπονδή απόψε κρατείστε τον σαν σύμβολο Αγάπης…..

(Από το συμπόσιο στην πόλη τής Ωπής της Ασσυρίας το 324 π.χ στους προσκεκλημένους αξιωματούχους.)

Αναρτήθηκε από Papoulis στις 3:13 π.μ. 0 σχόλια

Ετικέτες ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Είμαστε πνευματικά όντα;

Το ερώτημα που πολλοί άνθρωποι υπέβαλαν κάποια στιγμή στον εαυτό τους είναι: «Ποιος είμαι;». Είμαστε κάτι περισσότερο από γιος ή κόρη, αδερφός ή αδερφή, πατέρας ή μητέρα; Είμαστε κάτι περισσότερο από σπουδαστής, φοιτητής, ή εργαζόμενος; Είμαστε κάτι περισσότερο από επάγγελμα ή τις ιδιότητές μας; Είμαστε πνευματικά όντα.

Παρατηρούμε μόνο προς τα έξω και σχεδόν κανένας μας δεν έχει σκεφτεί πως λειτουργούμε εσωτερικά. Κοιταζόμαστε στον καθρέφτη κάθε εικοσιτετράωρο και δεν σκαφτόμαστε τι είναι αυτό που βλέπουμε. Δεν αναρωτιόμαστε γιατί κοιτάξαμε…

Αναρωτηθήκατε ποτέ
4 Τι σχέση έχουμε με τη Γη;
4 Τι σχέση έχουμε με τον Γαλαξία μας;
4 Τι σχέση έχουμε με το Σύμπαν;

Όσοι γνωρίζουμε ότι ζούμε σε έναν Υλικό κόσμο που ονομάζεται ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΟΣ. Πέρα όμως από του, καθένας ζει στον δικό του οικογενειακό υλικό κόσμο και βέβαια πού βρίσκεται ο Συμπαντικός κόσμος κανείς δεν ξέρει…

Ο Σωκράτης αναγνώριζε στον εαυτό του μια μόνο γνώση, ότι δηλαδή δε γνώριζε τίποτε. Η θέση του αυτή βρίσκεται ση φράση: «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Πράγματι, όσο προχωρεί κάποιος στη γνώση, τόσο αντιλαμβάνεται το μέγεθος της άγνοιάς του, σε τέτοιο σημείο, ώστε συνειδητοποιεί ότι αυτά που γνωρίζει να είναι ένα ολοστρόγγυλο μηδέν σε σύγκριση με όσα αγνοεί.

Η Αυτογνωσία είναι αρετή, που την αξία της τονίζουν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι, φιλόσοφοι και στοχαστές.

Ο Βιβλικός Στίχος [Κορινθ. Α’ 12:27] μας λέει: «Σεις είστε σώμα του Χριστού, και ο καθένας είναι μέλος του σώματος». Οι διδασκαλίες του Χριστού μας λένε ότι «ο Θεός είναι Ένας», όμως Εκείνος εργάζεται μέσα από τρείς όψεις: το Άγιο Πνεύμα, τον Υιό και τον Πατέρα.

Μια πνευματική αφύπνιση εμφανίζεται όταν αποκτήσουμε επίγνωση πως το οτιδήποτε υπάρχει, είναι στην πραγματικότητα ένα. Ο Ιησούς εξέφρασε αυτή την επίγνωση όταν είπε, «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» [Ιωαν. 10:30]. Και εμείς μπορούμε να βιώσουμε μια τέτοια αφύπνιση ακολουθώντας καθημερινά το πρότυπο αγάπης του Χριστού.

Όταν λοιπόν βλέπουμε την αγνότητα στους άλλους, βλέπουμε την αγνότητα του Θεού μέσα σ’ αυτούς και στον εαυτό μας – ένα σημάδι ότι έχουμε παραδώσει τον εγωισμό μας [προς Τίτο 1:15]. Κατανοούμε και τα τρία επίπεδα της ύπαρξής μας μόνο όταν εγκαταλείψουμε τον εγωισμό, το μόνο εμπόδιο που παρακωλύει την αυτό-επίγνωση.

Το τι είμαστε τώρα είναι το αποτέλεσμα αυτού που έχουνε σκεφτεί και έχουμε πράξει διαμέσου των αιώνων. Σε οτιδήποτε έχουμε εστιάσει την προσοχή μας, οτιδήποτε έχουνε δημιουργήσει, πρέπει να το συναντήσουμε μέχρι να το μεταστοιχειώσουμε στα άγια των Αγίων.

Η κατεύθυνση που επιλέγουνε τώρα θα είναι αυτή που θ’ ακολουθήσουμε αργότερα – ακόμη και μετά τον θάνατο. Αυτό είναι που εννοεί η Βίβλος όταν δηλώνει, «…αν ένα δέντρο πέσει προς τον Νότο ή προς τον Βορρά, στον τόπο όπου πέσει το δέντρο, εκεί θα μείνει» [Εκκλησιαστής 11:3].

Η γήινη εμπειρία παρέχει ευκαιρίες για ανακατεύθυνση της ζωής μας, μας παρέχει μια ευκαιρία για να αφυπνίσουμε ην επίγνωση της ενότητας μας με τον Θεό. Το δώρο του Θεού σε κάθε ψυχή είναι να γνωρίσει τον εαυτό της, να γίνει ο εαυτός της, καθώς και ένα με τον Θεό.

[Ο Κοσμοκαλόγηρος] Φώτου Νικόλαος

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

ΣΥΣΤΗΜΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ

ΣΥΣΤΗΜΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ ΤΗΣ,ΕΧΕΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΗΜΤΑ ΤΗΣ,ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Τετάρτη, Οκτώβριος 22, 2008, posted by ΠΡΕΖΑ TV at 2:01 μμ

Ενα νέο σύστημα καταγραφής-φωτογράφισης των πελατών της, εχει τοποθετήσει η Εθνική Τράπεζα, στις εισόδους πολλών υποκαταστημάτων της, με την πρόφαση οτι έτσι θα αποτρέπονται εγκλήματα κατά της ζωής ή ληστείες, μέσα στους χώρους των τραπεζών.

Μάλιστα, αρκετοί ειναι αυτοί που κάνουν λόγο ότι η συγκεκριμένη συσκευήίσως είναι βιομετρική και καταγράφει, χωρίς τη συγκατάθεσή τους,αναλυτικά χαρακτηριστικά του προσώπου, ακόμη και την ίριδα του ματιού τους…

Απο τη πλευρά της, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ερευνά ήδη το θέμα, έπειτα από αλλεπάλληλες καταγγελίες πολιτών, μιας και η Εθνική Τράπεζα αποφάσισε να εγκαταστήσει το νέο σύστημα ηλεκτρονικού ελέγχου χωρίς να λάβει προηγουμένως την άδεια της Αρχής και προφανώς χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της αυτή!!!

Μάλιστα επειδή του εν λογω σύστημα, σε λίγο καιρό θα υιοθετηθεί και απο άλλες τράπεζες, καλό θα ήταν να υπάρξει απο τώρα κάποιο νομοθετικό πλαίσιοo για την συγκέντρωση, την επεξεργασία και την μετ’ έπειτα χρήσητων στοιχείων που θα συγκεντρώνουν οι τράπεζες…

Για παράδειγμα, ποιοι θα ειναι εκείνοι που θα συγκεντρώνουν τα στοιχεία των πολιτών που έρχονται σε συναλλαγές με την τράπεζα… και για ποιους σκοπούς θα χρησιμοποιηθούν έπειτα;;;

Τέλος να σημειώσαμε οτι Μέχρι τώρα η Αρχή είχε απαγορεύσει την πιλοτική εφαρμογή βιομετρικού συστήματος στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», το οποίο θα συνέλεγε και θα επεξεργαζόταν δεδομένα δακτυλοσκόπησης και ίριδας του ματιού για την επαλήθευσητης ταυτότητας των επιβατών, που επρόκειτο να ταξιδέψουν…

Θα γίνει το ίδιο όμως και με τις τράπεζες…

Πηγή: http://prezatv.blogspot.com/2008/10/blog-post_1103.html

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Η μεγάλη μου αγάπη: Η εξουσία

Eίπες ότι μια μέρα θα φύγεις, μην τολμήσεις, είσαι χαζός;

‘Όταν έχεις τέτοιους αυλικούς και τέτοια καρέκλα, τι απερισκεψία!

Ένα ξεροκόμματο κάθε πιστός να μασουλάει, «Ναι αρχηγέ» θα λέει συνεχώς.

Τιμωρία αμείλικτη σ’ όποιον τολμά να σ’ αμφισβητεί έργα και πρόσωπα, τι ύβρης!

Ω αρχηγέ, είσαι ο μοναδικός, και τη ζωή μας χρωστάμε σε σένα οι φτωχοί!

Από μετάφραση αραβικού κειμένου

Αναρτήθηκε από Papoulis στις 11:53 μ.μ. 0 σχόλια

Ετικέτες ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Αναρωτιέμαι;;;;;;;

Αναρωτιέμαι πόσοι διαβάζουν στ’ αλήθεια τα έγγραφά τους.

Η ανταπόκρισή σου θα έχει ενδιαφέρον, γι’ αυτό δώσε προσοχή σε ότι θα διαβάσεις.

Όταν θα έχεις τελειώσει, θα ξέρεις το λόγο που σου στάλθηκε. Οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας είτε για κάποιο λόγο, είτε για ορισμένο χρόνο, είτε για πάντα.

Όταν ξέρεις αυτό, ξέρεις και τι να κάνεις για τον κάθε άνθρωπο.

Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για κάποιο λόγο, συνήθως απαντά σε μία ανάγκη μας που με κάποιο τρόπο έχουμε εκφράσει.

Έχει έρθει για να μας βοηθήσει σε μια δυσκολία, να παρέχει καθοδήγηση ή υποστήριξη, για να μας συνδράμει φυσικά, συναισθηματικά ή πνευματικά.

Μοιάζει θεόσταλτος και είναι. Είναι εκεί για το λόγο ακριβώς που τον χρειαζόμασταν..

Μετά, χωρίς να κάνουμε κάτι λάθος και ίσως ακόμα σε μια άβολη στιγμή και παρ’ ότι μπορεί να πληγωθούμε, η σχέση θα τελειώσει. Κάποιος από τους δύο θα πει ή θα κάνει κάτι που θα βάλει τέλος.

Μπορεί ο άνθρωπος αυτός να πεθάνει.

Μπορεί απλώς να φύγει μακριά μας.

Κάποιες φορές, μπορεί να ενεργήσει με τέτοιον τρόπο που να μας αναγκάσει να πάρουμε θέση.
Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι, η ανάγκη μας βρήκε ανταπόκριση, η επιθυμία μας εκπληρώθηκε, οπότε η δουλειά του ανθρώπου αυτού τελείωσε.

Η προσευχή μας πήρε απάντηση και είναι ώρα να προχωρήσουμε. Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για ορισμένο χρόνο, αυτό σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να ωριμάσουμε, να μοιραστούμε και να μάθουμε.

Μπορεί να μας φέρει μια ειρηνική εμπειρία, ή να μας κάνει να γελάμε. Θα μας μάθει να κάνουμε κάτι που δεν κάναμε ως τώρα και πάντως η παρουσία του θα μας δώσει μεγάλη χαρά.

Παρ’ ότι μπήκε στη ζωή μας για ορισμένο χρόνο, το έργο του ήταν σπουδαίο. Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για πάντα, μας διδάσκει μαθήματα ζωής.

Θα μας διδάξει αυτά, πάνω στα οποία πρέπει να χτίσουμε στέρεα συναισθηματικά θεμέλια.
Η δουλειά μας είναι να δεχτούμε το μάθημα, να αγαπήσουμε τον άνθρωπο αυτό και να εφαρμόσουμε όσα μάθαμε στη σχέση μας μαζί του, σε όλες τις σχέσεις και όλα τα πεδία της ζωής μας.

Λένε ότι, η αγάπη είναι τυφλή, αλλά η φιλία διαισθητική. Είτε είναι για κάποιο λόγο, είτε για κάποιο χρόνο, είτε για μια ζωή, σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία αυτής της εμπειρίας.

Σ’ ευχαριστώ που είσαι μέρος της ζωής μου. Στείλε αυτό το κείμενο σε όλους τους φίλους, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που το έστειλε σ’ εσένα. ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Προώθησε το έγγραφο, την ίδια ώρα που το έλαβες, σε όσο περισσότερους φίλους μπορείς.

Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά αυτή είναι η σωστή ώρα για σένα. Εμείς πιστεύουμε ότι κάτι πρόκειται να συμβεί.

Οι άγγελοι υπάρχουν, αλλά μερικές φορές δεν έχουν φτερά κι έτσι τους ονομάζουμε φίλους.

Είσαι ένας από αυτούς.

Κάτι υπέροχο θα συμβεί σ’ εσένα και τους φίλους σου, όταν μοιραστείτε αυτό το κείμενο.

Αύριο, κάποιος θα σου πει κάτι που περίμενες καιρό για να ακούσεις.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

ΦΟΒΟΣ

[ Πώς να τον ελέγχουμε όλοι ]

Ο Φόβος οφείλεται στην αίσθηση ότι δεν μπορείτε να αντιμετωπίσετε μια συγκεκριμένη κατάσταση.

Βλέπετε μια νοητική εικόνα του εαυτού σας σε κάποια επικίνδυνη θέση, στριμωγμένο οικονομικά, ή τρομερά άρρωστο, ή να αισθάνεται αμηχανία με τη σκέψη ότι θα συναντηθεί με κάποια άτομα και, φυσικά, τα πράγματα που φοβάστε τελικά θα συμβούν.

Η εμπειρία σας αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία,
την αλάνθαστη λειτουργία του Νόμου της Έλξης.

Από τη στιγμή που θα μπει σε λειτουργία αυτός ο Νόμος,
καμιά υλική δύναμη δεν μπορεί να σταθεί στο δρόμο του.

Η μεγαλύτερη προστασία σας είναι η νοητική σας στάση.
Αν απεικονίζετε να συμβαίνουν αρνητικά πράγματα στον
άντρα ή στη γυναίκα σας ή στα αγαπημένα σας πρόσωπα,
σταματήστε αμέσως αυτές τις νοητικές εικόνες.

Μην ξεχνάτε: τα πάντα συμβαίνουν πρώτα στο νου του
ανθρώπου και μετά συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο.

Δεν έχει γεννηθεί ποτέ άνθρωπος που να μην έχει γνωρίσει το συναίσθημα του φόβου.

Ο ώριμος νους, όμως, δεν είναι φτιαγμένος για να κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα συναισθήματα, ούτε για να τον κυβερνά ο φόβος.

Και όμως οι περισσότεροι από εμάς, είμαστε υποδουλωμένοι σε κάποιο φόβο.

Ο Φόβος δείχνει μια έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στον εξωτερικό και τον εσώτερο εαυτό.

Τα συναισθήματα σας αρπάζουν τη συνειδητότητά σας, καταστρέφουν τη Θέλησή σας για δράση και σας κάνουν εύκολη λεία εκείνου ακριβώς που φοβάστε.

Ο Φόβος είναι πράγματι ένα από τα πιο μεγάλα εμπόδια που υπάρχει μέσα στον εσωτερικό εαυτό μας.

Είναι εμπόδιο τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο για τη γαλήνη, ειρήνη και ευτυχία.

Υπάρχουν χιλιάδες μορφές φόβου που ξεπερνούν τη φαντασία.

Πολλοί φοβούνται τα ζώα, έντομα ή πουλιά. Ακόμη και ανθρώπους φοβούνται μερικοί.

Πολλοί δεν ερωτεύονται για να μην πληγωθούν και πονέσουν.

Φοβούνται τα γηρατειά, την αρρώστια, το κρύο ή τη ζέστη.

Φόβος για το Θεό, για το θάνατο, για τα νεκροταφεία, για κεραυνούς, αεροπλάνα κ.λ.π.

Όταν φοβόμαστε παύει να λειτουργεί η λογική και η φαντασία δημιουργεί τα χειρότερα οράματα.

Το να ζεις με φόβο σημαίνει συχνές εκκρίσεις αδρεναλίνης και νευραδρεαλίνης που εξασθενεί το νευρικό σύστημα και επέρχεται σωρεία σωματικών και ψυχικών ασθενειών.

Πολλά ξεκινούν από το τι πιστεύουμε στο βάθος του εαυτού μας.

Όταν μια ατομική ψυχή είναι άφοβη, είναι ήρεμη και μπορεί να αντιμετωπίσει οτιδήποτε και δεν αφήνεται σε παράλογες ενέργειες.

Η Χαλάρωση βοηθά για τον περιορισμό της έντασης και ο φόβος υποχωρεί, ενώ η Προσευχή βοηθά να περάσουμε από την άγνοια και το σκοτάδι, στην αλήθεια και στην ειρήνη.

Όταν έχουμε πίστη στο Θεό και στον εαυτό μας, τότε έχουμε και το θάρρος να αντιμετωπίσουμε με δύναμη οποιαδήποτε κατάσταση.

Δεν είναι ο πραγματικός εαυτός που έχει το φόβο, αλλά ο νους, ο οποίος όταν ελέγχεται σωστά γίνεται ένα δυνατό εργαλείο στο χέρι μας.

Πολλές φορές μέσα από τη δοκιμασία του φόβου μπορεί να εκφράζεται το Θέλημα του Θεού, για περασμένες πράξεις, λέξεις, σκέψεις.

Ίσως να το βιώνουμε σαν χρέος, για να πάμε στο επόμενο βήμα στην πνευματική μας εξέλιξη.

Όταν σκεφτόμαστε ότι ο Θεός μας αγαπά όλους το ίδιο δε φοβόμαστε καμιά τιμωρία.

Ας μην αφήσουμε κανένα φόβο να μας οδηγήσει σε απεγνωσμένες λύσεις. Μπορεί να μην αντιμετωπίζουμε σωστά μερικά πράγματα.

Μπορούμε όμως να τα αφήσουμε με ασφάλεια στα χέρια του Θεού, ξέροντας ότι Εκείνος θα μας βοηθήσει στον κατάλληλο χρόνο.

Να θυμόμαστε πάντα την υπόσχεσή του « Ιδού Εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνα.» [ Ματθ. 28:20 ].

Όταν είμαστε μέσα στην παρουσία του όσοι φόβοι κι αν μας τυλίξουν οι σκέψεις μας ας τρέξουν σ’ Εκείνον.

Το φως της παρουσίας του θα διαλύσει τα σκοτάδια του φόβου.

Η ψυχή μας ας ζητήσει θάρρος από Εκείνον που άφοβα τελείως σήκωσε το σταυρό του για χάρη μας, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα πάντα.

Τότε θα οδηγηθούμε σε πνευματική αρμονία, τότε θα έχουμε αναδημιουργήσει έναν πνευματικό ομφάλιο λώρο που θα μας ενώνει με το δημιουργό μας.

( Ο Κοσμοκαλόγηρος ) Φώτου Νικόλαος 2008

Περίεργα….αλλά αληθινά

Ρέμπραντ: Ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους
Που υπήρξε ποτέ, τα τελευταία του χρόνια,
Τα πέρασε στη μοναξιά και την φτώχια και
πετάχτηκε στο δρόμο από τους χρεοφειλέτες
του.

Όμως, ένα από τα έργα του, (Ο Αριστοτέλης
Συλλογίζεται Τον Μπούστο Του Ομήρου),
Πουλήθηκε για 2,300,000 δολλάρια.

Ο Χίτλερ, του οποίου η δικτατορία ήταν εστιασμένη
πάνω σε μία ιδέα, την εξάπλωση της δύναμης του
Γερμανικού έθνους, δεν ήταν ούτε καν πολίτης
αυτής της χώρας. Ο Χίτλερ ήταν χορτοφάγος, δεν
έπινε, ούτε κάπνιζε΄ φορούσε γυαλιά στο γραφείο
του, αλλά ποτέ δεν είχε εμφανιστεί δημόσια με αυτά.

Η Ινσουλίνη που είναι αναγκαία, καθημερινά,
Προέρχεται από αρνιά, βόδια και γουρούνια.
Μερικοί διαβητικοί, χρειάζονται πάνω από 2,000
Μονάδες ινσουλίνης την ημέρα.

Για τον Εβραίο, η μελέτη είναι μεγάλη χαρά.
Όταν ένα νεαρό Εβραιόπουλο αρχίζει να
διαβάζει το «Τόρα» (Παλαιά Διαθήκη), μια
σταγόνα μέλι τοποθετείται στο επάνω μέρος
της σελίδας για να αποδείξει έτσι, ότι το
καθήκον του είναι μια μεγάλη χαρά.

Οι Καπνοδoxo-καθαριστές προσβάλλονται από
μια επαγγελματική ασθένεια, που είναι γνωστή
σαν ο «καρκίνος των καπνοδοχοκαθαριστών».
Θεραπεύεται μόνον με χειρουργική επέμβαση,
αλλά τους καθιστά ευνούχους.

Μην σπαταλάτε ενέργεια: Χαμογελάτε:
Χρειάζονται 17 μυς για να γελάσεις και
43 για να κατσουφιάσεις.

(Ο Κοσμοκαλόγηρος) Φώτου Νικόλαος 2008

Ο Ιταλός Ουμπέρτο Πελιζάρι.

Ο Ιταλός Ουμπέρτο Πελιζάρι είναι αυτός που ενέπνευσε τον Λυκ Μπεσόν στη δημιουργία του «Απέραντου Γαλάζιου». Είναι ο ίδιος που έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ βουτιάς κατεβαίνοντας πιο βαθιά από το φράγμα των 150 μέτρων.

Η φήμη της ταινίας «Το απέραντο γαλάζιο» ( ή «Le grand bleu» ή «The big blue», κατά την εκδοχή που προτιμάτε ) στηρίχθηκε στη δημιουργία ενός θρύλου: στην ύπαρξη ενός ανθρώπου-δελφινιού. Ενός πλάσματος που λίγο έμοιαζε να ανήκει σ’ αυτόν τον κόσμο, λίγο έμοιαζε να καταλαβαίνει τους κώδικές του και, κυρίως, πολύ λίγο μπορούσε να αντέξει έξω από το νερό.

Ο βυθός ήταν το πραγματικό βασίλειό του. Και σ’ αυτόν επέστρεψε. Αν ρωτήσεις τον Ουμπέρτο Πελιζάρι ποια είναι η σχέση του με τον βυθό της θάλασσας, με πολύ μεγάλη ευκολία θα απαντήσει: «Ξέρω ότι η ελεύθερη κατάδυση μπορεί να με σκοτώσει αλλά, πιστέψτε με, το αξίζει». Σε ένα τέτοιο επιχείρημα, τι μπορεί να απαντήσει κανείς; Ο άνθρωπος που ενέπνευσε τον Λυκ Μπεσόν να δημιουργήσει τον κινηματογραφικό «άνθρωπο-δελφίνι» δεν χρειάζεται να πει τίποτε άλλο.

Στην περίπτωσή του, οι πράξεις αποκτούν τη χαμένη αξία τους και τα λόγια χάνουν την υπερτιμημένη «διαφήμισή» τους. Η μεγαλύτερη διάκριση Ο ιταλός δύτης κέρδισε την περασμένη εβδομάδα τη μεγαλύτερη διάκρισή του: διακινδυνεύοντας ως και τη ζωή του ξεπέρασε το φράγμα των 150 μέτρων βάθους και κατέκτησε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στην ελεύθερη κατάδυση.

Μήπως στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για θαλάσσιο δελφίνι αλλά για λιοντάρι της θάλασσας; Ο ίδιος χαμογελάει και εξηγεί: «Χρησιμοποιώ μια μέθοδο γιόγκα και προτού πέσω στο νερό ηρεμώ, ελαττώνω τους χτύπους της καρδιάς μου.

Σε βάθος κάτω των 100 μέτρων ο σφυγμός μου χτυπάει περίπου εννέα φορές το λεπτό». Και καταλήγει: «Οταν είμαι στη θάλασσα, γίνομαι και εγώ νερό. Και δεν υπάρχει ομορφότερο συναίσθημα απ’ αυτό. Επειτα, όπως όλοι οι Ιταλοί, εκείνο που θέλω περισσότερο είναι να κάνω τη μαμά μου περήφανη!». Και χαμηλώνοντας τη φωνή του εξηγεί γελώντας: «Κυριολεκτικά το μισεί όταν με βλέπει να πηγαίνω για κάποιο νέο ρεκόρ»…

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-09

Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο – ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ’ αυτό το ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.

Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: «Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;» Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».
«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.
«Ναι» είπα.
Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά. Η ησυχία ήταν όμορφη. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη. Ένα από τα παιδιά είπε:
«Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».
Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».
Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας. Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε. Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο.

Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του.

Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο. Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου». Η ζωή είναι ζεστή. Ο θάνατος είναι ψυχρός. Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.

4.Θάνατος

Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ’ όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που είναι πολύ γνωστές σ’ όλους τους Ορθοδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ’ όλες αυτές.

Υπάρχουν δύο πλευρές σ’ αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών. Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωρήσει, αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα.

Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ’ αυτήν τη σκέψη και σ’ αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα.

Αυτή είναι η πρώτη άποψη της συμμετοχής του σώματος. Στις διάφορες ευχές, στο τροπάριο και στον κανόνα, στους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, βρίσκουμε την αντανάκλαση αυτού του πόνου και την αίσθηση μιας τραγωδίας: ένα ανθρώπινο σώμα που εκλήθη στην αιώνια ζωή, και που το σκότωσε η θνητότητα που γέννησε η απώλεια του Θεού. Η Αγία Γραφή, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους όρους «σώμα», «πρόσωπο» και «ψυχή» κατά περίσταση, για να υποδηλώνει το όλο πρόσωπο.

Όντως, η σύνδεση που υφίσταται ανάμεσα στο σώμα και στη ψυχή, ανάμεσα στο σώμα και στην ίδια την πνευματική εμπειρία είναι τόσο τέλεια. Η μαρτυρία του απόστολου Παύλου είναι πώς «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού». Η λέξη προφέρεται, η λέξη ακούγεται με τη βοήθεια σωματικών μέσων: τα χείλη του ομιλητή, τα αυτιά του ακροατή. Και όμως φτάνουν στην καρδιά, φτάνουν στο νου, φτάνουν στον πυρήνα του προσώπου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ένας λόγος του Θεού να μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή ενός προσώπου.

Γνωρίζουμε επίσης πόσο όλες μας οι αισθήσεις συμμετέχουν σε κάθε γεγονός του νου και της καρδιάς. Πόση αγάπη δεν εκφράζει μια μητέρα στο μικρό της παιδί με το άγγιγμα του χεριού του, πόση κάθε μορφής αγάπη δεν βρίσκει έκφραση μέσα από το σώμα. Έτσι, αν κοιτάξουμε το σώμα ενός κεκοιμημένου, δεν αντικρίζουμε ένα ένδυμα που πρέπει να απορριφθεί – όπως πολλοί λένε για να παρηγοριούνται και για να σβήσουν τον πόνο τους. Δεν είναι ένδυμα, ούτε έχει απορριφθεί. Είναι ένα σώμα που είναι τόσο πραγματικό, όσο το πρόσωπο και η ψυχή. Μόνο το συναμφότερον, σώμα και ψυχή, αποτελεί ολόκληρο το πρόσωπο.

Αυτό το παρουσιάζει μ’ έναν απροσδόκητο και ίσως παράξενο τρόπο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος, μιλώντας για το σώμα, λέγει ότι ο αιώνιος προορισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί πριν από την ανάσταση του σώματος, επειδή το σώμα διαθέτει, στον ίδιο βαθμό με την ψυχή, το δικαίωμα να επιλέξει και να καθορίσει τον αιώνιο προορισμό του προσώπου. Τα λόγια αυτά μας φαίνονται μυστηριώδη, επειδή δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς μπορεί να γίνει αυτό. Και όμως, αυτό το σώμα είναι τόσο εγώ, όσο εγώ είναι και η ψυχή. Και μόνο κατά το συναμφότερον μπορώ να θεωρούμαι ολόκληρος.

Έτσι, όταν παρατηρούμε αυτό το σώμα, το βλέπουμε με σεβασμό. Βλέπουμε σ’ αυτό όλο τον πόνο και τη χαρά, όλο το μυστήριο της ζωής αυτού του προσώπου. Το σώμα μπορεί να ονομαστεί ορατό στοιχείο του αοράτου. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι στις εκκλησιαστικές ακολουθίες στα σλαβονικά, χρησιμοποιούμε για το σώμα τη λέξη «moshchi», που σημαίνει λείψανο.
Έτσι, βλέπουμε αφενός το τόσο αγαπητό και πολύτιμο σώμα, πληγωμένο και κατακτημένο από τη θνητότητα, παραδομένο στο θάνατο.

Αφετέρου, το βλέπουμε ως σπόρο που σπείρεται για να σηκωθεί ξανά στη δόξα της αθανασίας μέσα από την ανάσταση. Και, κοιτάζοντάς το, δεν μπορούμε παρά να βλέπουμε τη σύνδεσή του με το Σώμα του Χριστού.
Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε τη φράση «η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Η σωματική μας ύπαρξη κρύβεται στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και αυτή η σωματική ύπαρξη μας αποτελεί την ανθρώπινη φύση μας. Στον Χριστό και στη Θεοτόκο μπορούμε να δούμε αυτό που καλείται να γίνει το σώμα μας: ένα σώμα δόξης. Έτσι δεν είμαστε διχασμένοι, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίπλοκη κατάσταση στην οποία, συντετριμμένοι από τη λύπη για το χωρισμό, κοιτάζουμε έκπληκτοι το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο σώμα μπορεί να πεθάνει, και με πίστη και ελπίδα κοιτάζουμε ένα σώμα που μια μέρα θα εγερθεί σαν το Σώμα του Χριστού.

Κατόπιν έρχεται η ψυχή. Υπάρχουν αρκετές ευχές που προηγούνται του θανάτου κάποιου προσώπου. Αυτές περιλαμβάνουν ακολουθίες που σχετίζονται με την προετοιμασία για το θάνατο. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει αυτή η προετοιμασία που συνίσταται στο να στραφούμε από τα πρόσκαιρα πράγματα στα αιώνια. Ο άγιος Σεραφείμ μπορούσε να λέγει πριν από το θάνατό του:
«Σωματικά πλησιάζω στο θάνατο, και πνευματικά είναι μόλις σαν να έχω γεννηθεί, με όλη τη φρεσκάδα και τη δροσιά μιας αρχής δίχως τέλος».

Αυτό οδηγεί στην ανάγκη προετοιμασίας για το θάνατο μέσα από μια απαιτητική και συνάμα απελευθερωτική πορεία συμφιλίωσης και ειρήνευσης με όλους, με τη συνείδησή μας, με τις περιστάσεις, με το παρόν και το παρελθόν, με τα γεγονότα και τους ανθρώπους και με το μέλλον, με τον ερχομό του ίδιου του θανάτου. Όπως νομίζω πως το έχει θέσει ο άγιος Ισαάκ, ο Σύρος, πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία με την οποία φθάνουμε να ειρηνεύσουμε με τον Θεό, με τη συνείδησή μας, με τον πλησίον μας, ακόμη και με τα πράγματα που έχουμε αγγίξει. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η γη μπορεί τότε να μας πει:
«Πορεύου εν ειρήνη». Και εμείς μπορούμε επίσης να πούμε σε όλα όσα η γη ήταν για μας:
«Μείνε εν ειρήνη, και είθε η ειρήνη και η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου».
Δεν μπορεί κάποιος να εισέλθει στην αιωνιότητα δεμένος, περιορισμένος από το μίσος, δίχως ειρήνη. Αν θέλουμε και έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, στον σύντομο χρόνο που μας προσφέρει ο ερχομός του θανάτου, χρειάζεται να σκεφτούμε όλη μας τη ζωή ως μια άνοδο, μια άνοδο στην αιωνιότητα και όχι ως μια σταδιακή πορεία προς το θάνατο. Αυτή είναι μια άνοδος στη στιγμή εκείνη που θα εισέλθουμε στην αιωνιότητα μέσα από τη στενή πύλη του θανάτου – και δίχως να απεκδυθούμε την πρόσκαιρη ζωή, ενδυόμαστε την αιωνιότητα, για να χρησιμοποιήσω τους λόγους του απόστολου Παύλου.

Αν στο Μνημόσυνο υπάρχει μια συγκέντρωση της προσοχής στην κεκοιμημένη ψυχή, στη Νεκρώσιμη Ακολουθία η προσοχή στρέφεται στην αναχωρούσα ψυχή. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, τις τρεις πρώτες ημέρες μετά το θάνατο του ανθρώπου, η ψυχή του παραμένει κοντά στη γη, επισκεπτόμενη πιθανώς γνωστά μέρη και ενθυμούμενη όλα όσα υπήρξαν πάνω στη γη. Έτσι, η ψυχή θα αφήσει τη γη και θα σταθεί μπροστά στον Θεό έχοντας όλες τις ενθυμήσεις της.

Γι’ αυτό περιβάλλουμε με ιδιαίτερη προσοχή τις τρεις αυτές μέρες. Προσφέρονται ευχές, γίνονται «Τρισάγια», η σκέψη μας συγκεντρώνεται σε όλες τις περίπλοκες σχέσεις που είχαμε με το κεκοιμημένο πρόσωπο. Έχουμε δε να παίξουμε και τον δικό μας ρόλο. Πρέπει να λύσουμε αρκετούς κόμβους στην ψυχή μας. Πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να πούμε στον κεκοιμημένο από τα βάθη της καρδιάς μας και όλης της ύπαρξής μας: «Συγχώρησέ με», και να πούμε επίσης: «Σε συγχωρώ, πορεύου εν ειρήνη».

Εδώ ίσως να βρίσκεται το νόημα του παλιού γνωμικού, ότι δεν πρέπει να κακολογούμε τον κεκοιμημένο. Αν είχαμε όντως και με κάθε ειλικρίνεια πει στο πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή: «Σε ελευθερώνω. Θα σταθώ μπροστά στον Θεό διακηρύσσοντας τη συγγνώμη. Τίποτε απ’ όσα έχουν συμβεί ανάμεσά μας ας μη σταθεί στο δρόμο σου για την ολοκλήρωση και την αιώνια χαρά», τότε πώς μπορούμε να επιστρέψουμε και να θυμηθούμε το κακό και την πίκρα;

Αυτός δεν είναι ένας τρόπος για να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα, επειδή, αν όντως έχει υπάρξει το κακό στη ζωή ενός προσώπου, αν όντως έχει υπάρξει το κακό ανάμεσα σε μας και στον κεκοιμημένο, τότε πολύ περισσότερο θα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό να απελευθερώσει και τους δύο – εμάς κι εκείνον. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό για να ακούσουμε τα λόγια της συγγνώμης «πορεύου εν ειρήνη», και να πούμε τα ίδια λόγια άπαξ δια παντός, με ένα όλο και μεγαλύτερο βάθος κατανόησης, με μια όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιας αυξανόμενης ελευθερίας.

Υπάρχουν δυσκολίες στη Νεκρώσιμη Ακολουθία. Η Ακολουθία αρχίζει με τις λέξεις «Ευλογητός ο Θεός…» και ζητά από μας όλη την πίστη και την αποφασιστικότητά μας. Μερικές στιγμές τεντώνει την πίστη μας στα όριά της. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο… είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας», είπε ο Ιώβ. Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα όταν οι καρδιές μας σπαράσσονται και όταν βλέπουμε το πρόσωπο, που αγαπάμε πάνω απ’ όλα, πεθαμένο μπροστά στα μάτια μας.

Κατόπιν έχουμε ευχές της πίστης, ευχές της πραγματικότητας και ευχές της ανθρώπινης αδυναμίας – ευχές της πίστης που συνοδεύουν την ψυχή του κεκοιμημένου και που προσφέρονται μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ως μαρτυρία αγάπης. Οι ευχές για τους κεκοιμημένους αποτελούν όντως μια μαρτυρία μπροστά στον Θεό, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Όσο αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος κι αν υπήρξε ο αποθανών, άφησε πίσω του μια όμορφη μνήμη. Όλα τα άλλα θα γίνουν χώμα. Η αγάπη θα επιβιώσει απ’ όλα τα άλλα πράγματα. Η πίστη θα παρέλθει και η ελπίδα θα παρέλθει όταν η πίστη αντικατασταθεί από το όραμα και η ελπίδα από τη βεβαιότητα, αλλά η αγάπη ποτέ δεν θα παρέλθει.

Όπως στεκόμαστε και προσευχόμαστε για τον κεκοιμημένο, όλα όσα λέμε είναι: «Κύριε, αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Αυτό που άφησε στη γη είναι ένα παράδειγμα και μια αγάπη. Το παράδειγμα θα το ακολουθήσουμε. Η αγάπη ποτέ δεν θα πεθάνει».

Παρέθεσα προηγουμένως τα λόγια του Λέων Μπλόυ: «Το να πούμε σε ένα πρόσωπο «σε αγαπώ» ισοδυναμεί με το να του λέμε «ποτέ δεν θα πεθάνεις»». Διακηρύσσοντας μπροστά στον Θεό την αθάνατη αγάπη μας για τον πεθαμένο είναι σαν να επιβεβαιώνουμε αυτό το πρόσωπο, όχι μόνο στο χρόνο αλλά και στην αιωνιότητα Όταν μάλιστα στεκόμαστε με αναμμένα κεριά στην Ακολουθία, διακηρύσσουμε πραγματικά την πίστη μας στην ανάσταση, αλλά και δηλώνουμε μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ότι αυτό το πρόσωπο έφερε ένα φως στον κόσμο.

«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Αυτό το πρόσωπο δεν έχει ρίξει απλώς ένα δημιουργικό φως, ούτε μας έχει εντυπωσιάσει μόνο με την ιδιοφυΐα του, την ομορφιά ή τα ταλέντα του, αλλά άφησε να λάμψει το φως του Θεού, ή άκτιστη Θεία δόξα. Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα πεθάνει πάνω στη γη.

Όσο συντετριμμένοι κι αν είμαστε, εξακολουθούμε να διακηρύσσουμε αυτά τα λόγια της πίστης «Ευλογητός ο Θεός ημών». Μερικές φορές το τροπάριο της Αναστάσεως, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», ακούγεται ακόμη πιο τραγικά, τη στιγμή που μπροστά στα μάτια μας βρίσκεται το νεκρό σώμα ενός προσώπου που αγαπούμε. Υπάρχει όμως και η φωνή της Εκκλησίας που μας απευθύνει λόγους παρακλήσεως και παρηγοριάς: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».

Όλος ο πόνος του θνήσκοντος προσώπου εκφράζεται σε ένα από τα τροπάρια της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα, που διαβάζεται για να βοηθηθεί η ψυχή που δυσκολεύεται να αφήσει αυτήν τη ζωή. «Ιδού νυν χωρίζεται, μετ’ οδύνης η ψυχή, εκ του δεινού μου σώματος» λέγει η ψυχή. Όμως εδώ βρίσκεται και η βεβαιότητά μας ότι ο θάνατος, που είναι χαμός και απώλεια, είναι και μια γέννηση στην αιωνιότητα: ότι είναι ένα ξεκίνημα και όχι ένα τέλος, ότι είναι μια μεγάλη και ιερή συνάντηση του Θεού με την « ψυχή ζώσα», η οποία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο εν Θεώ.

π.Αντώνιος (Μπλουμ)
Μητροπολίτης Σουρόζ (Σουγδαίας)
Θάνατος και Απώλεια Andrew Walker – Κώστας Καρράς (επιμ.),

Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο,
μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης,
εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-08

Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή.

Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεού για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ’ ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμου, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ’ αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ’ αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δεν ζούμε μάταια. Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει να επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». Πρέπει, μαζί μ’ αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα. Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ’ εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες. Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος». Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι’ αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους. Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ως θάνατο καθαυτό.

Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία. Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί. Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».
«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.
«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-07-06

3.Απώλεια

Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ’ αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον «σ’ αγαπώ» ισοδυναμεί με το να του λες «δεν θα πεθάνεις ποτέ»». Αυτό ισχύει και σ’ αυτό το πλαίσιο. Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι’ αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροστά σ’ αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά – τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής.

Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».

Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεν είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο – από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα.

Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε. Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-05

Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώστια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς. Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του. Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά και χρήσιμα.

Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή. Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε. Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν. Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ’ ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά – σιγά την πόρτα – και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.

Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ’ αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας. Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας. Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.

Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή. «Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος. Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι’ αυτή την περίοδο προετοιμασίας.

Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι’ αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Του είπα: «Θα το πω». Και το είπα.
Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναι».
Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ’ ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι και θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.

Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-04

Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να χαιρόμαστε επειδή μια νέα ζωή, απεριόριστη, ελεύθερη, άρχισε γι’ αυτόν ή γι’ αυτήν. Και πάλι, μπορούμε να κλαίμε για τον εαυτό μας, για την απώλεια που νιώθουμε, τη μοναξιά μας, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε τι είχε ήδη προβλέψει και προείπει η Παλαιά Διαθήκη: «κραταιά ως θάνατος αγάπη». Αυτή είναι η αγάπη που δεν επιτρέπει να ξεθωριάσει η μνήμη του αγαπημένου, η αγάπη που μας κάνει να μη μιλούμε για τη σχέση μας με τον αγαπημένο στον αόριστο: «Τον αγαπούσα, ήμασταν τόσο κοντά», αλλά μας κάνει να σκεφτόμαστε στον ενεστώτα: «Τον αγαπώ, είμαστε τόσο κοντά».

Στην Καινή Διαθήκη, βρίσκουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο απ’ αυτό. Με την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ουσιαστικά κατεβλήθη. Ο θάνατος έχει καταβληθεί με περισσότερους από έναν τρόπους. Κατεβλήθη, επειδή γνωρίζουμε ότι με την ανάσταση του Χριστού ο θάνατος δεν αποτελεί την τελευταία λέξη και καλούμαστε να εγερθούμε ξανά και να ζήσουμε. Ο θάνατος νικήθηκε επίσης με τη νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας και κατά του ίδιου του θανάτου, με την εις ʼδου κάθοδο, επειδή η φρικτότερη άποψη του θανάτου, όπως τη συνέλαβε η Παλαιά Διαθήκη, ήταν ότι ο χωρισμός από τον Θεό, που είχε επιφέρει το θάνατο, είχε γίνει οριστικός, ακατάλυτος από τον ίδιο το θάνατο. Όσοι είχαν πεθάνει -και αυτό εφαρμόζεται σε όλους- όσοι λοιπόν είχαν πεθάνει από την απώλεια του Θεού, Τον έχασαν για πάντα στο θάνατο. Η Σεόλ της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο τόπος όπου δεν υπάρχει ο Θεός, ο τόπος του χωρισμού, της οριστικής και ανεπανόρθωτης απουσίας.

Με την ανάσταση του Χριστού, με την κάθοδό Του στον ʼδη, ο θάνατος έφθασε στο τέλος του. Υπάρχει ο χωρισμός πάνω στη γη και ο πόνος του χωρισμού, αλλά με το θάνατο δεν υπάρχει χωρισμός από τον Θεό. Αντίθετα, ο θάνατος είναι η στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο, όσο κι αν ήμασταν χωρισμένοι από τον Θεό, όσο κι αν ήμασταν ατελώς ενωμένοι ή εναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του. Ο Θεός είναι ο σωτήρας του κόσμου.

Δεν μας λέει συνεχώς, «Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμο, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον»; Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά σ’ Αυτόν, που είναι η σωτηρία. Έτσι, ο θάνατος διαθέτει μια περιπλοκότητα -θα μπορούσαμε ίσως να πούμε έναν διφορούμενο χαρακτήρα-, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα, αν είμαστε λαός του Χριστού, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραβλέψει τη γέννηση του κεκοιμημένου στην αιωνιότητα, επειδή είμαστε τόσο πληγωμένοι από την απώλεια και από τη γήινη μοναξιά μας. Υπάρχει στο θάνατο και μια δύναμη της ζωής που μας εγγίζει. Αν η αγάπη μας είναι πιστή, αν έχουμε τη δύναμη να θυμόμαστε, όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με την καρδιά μας, αυτούς που έχουμε αγαπήσει πάνω στη γη, τότε, σύμφωνα με τον Χριστό: «όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».

Είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να μιλούμε για τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, αν αυτά δεν είναι προσωπικά. Συναντούμε το θάνατο πρώτα απ’ όλα στη ζωή μας, όχι ως ένα θέμα πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε, αν και συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα κάποιας απώλειας, δικής μας ή κάποιου άλλου. Μάλιστα, αυτή η υποκατάστατη εμπειρία του θανάτου είναι που λειτουργεί ως υπόβαθρο για να στοχαζόμαστε εκ των υστέρων πάνω στη βεβαιότητα του δικού μας θανάτου, και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μ’ αυτόν.

Ο πατέρας μου ήταν ένας ντροπαλός άνθρωπος. Μιλούσε λίγο, και έτσι μιλούσαμε λίγο και μεταξύ μας. Ανήμερα το Πάσχα αισθάνθηκε λίγο αδιάθετος και ξάπλωσε. Κάθισα κοντά του και για πρώτη φορά στη ζωή μας μιλήσαμε τελείως ανοιχτά. Δεν ήταν τόσο τα λόγια μας που ήταν σημαντικά. Ήταν ένα άνοιγμα του μυαλού και της καρδιάς. Οι πόρτες άνοιξαν. Η σιωπή ήταν τόσο ανοιχτή και βαθιά όσο και οι λέξεις.

Κατόπιν έπρεπε να φύγω. Χαιρέτησα όλους όσοι ήταν στο δωμάτιο, αλλά όχι αυτόν, επειδή αισθάνθηκα πως, έχοντας συναντηθεί με τον τρόπο που είχαμε συναντηθεί, δεν ήταν δυνατό να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο. Δεν υπήρξε χαιρετισμός. Δεν υπήρξε καν ένα «εις το επανιδείν», επειδή είχαμε συναντηθεί, και αυτό ήταν για πάντα.

Πέθανε την ίδια νύχτα. Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία». Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει: «και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».

Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια. Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν «κλέφτης εν νυκτί». Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ’αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Γι’ αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε: «Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-03

Υπάρχει μια ιστορία για τον προφήτη Δανιήλ. Ο Δανιήλ προσεύχεται και ο Θεός του λέει ότι η προσευχή του είναι μάταιη. Αυτό οφείλεται στο ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα, που τον φθονεί, προσεύχεται ενάντια στην προσευχή του Δανιήλ και έτσι η προσευχή της είναι σαν δυνατός άνεμος που σβήνει τη φλόγα της προσευχής που ο Δανιήλ έλπιζε πως θα φθάσει στον ουρανό.

Αυτή ήταν η εικόνα που πιθανώς μου ήρθε υποσυνείδητα. Του πρότεινα να κάθεται μετά τη βραδινή προσευχή και να διηγείται στην κοπέλα γι’ αυτά τα εξήντα χρόνια πνευματικής αγωνίας, για μια καρδιά που σπαταλήθηκε, για τον πόνο που είχε υπομείνει, και να της ζητήσει συγγνώμη και κατόπιν να της ζητήσει να μεσολαβήσει γι’ αυτόν στον Κύριο να στείλει ειρήνη στην καρδιά του, αν βεβαίως τον είχε κι αυτή συγχωρήσει. Το έκανε, και ήλθε η ειρήνη. Έτσι μπορεί να εκπληρωθεί ό, τι έχει μείνει ατέλειωτο στη γη. Ό, τι έχει αποτύχει στη γη μπορεί να θεραπευθεί αργότερα, αλλά το τίμημα μπορεί να είναι πολλά χρόνια πόνου και τύψεων, δακρύων και μοναξιάς.

Τώρα, όταν σκεφτόμαστε το θάνατο, δεν μπορούμε να τον φανταστούμε ούτε ως ένα ένδοξο ούτε ως ένα άθλιο γεγονός. Η εικόνα που μας δίνει ο Θεός στη Βίβλο και στα Ευαγγέλια είναι πιο περίπλοκη απ’ αυτήν. Να το θέσω αλλιώς: ο Θεός δεν μας δημιούργησε για το θάνατο και για την καταστροφή. Μας δημιούργησε για την αιώνια ζωή. Μας κάλεσε στην αθανασία – όχι μόνο στην αθανασία της αναστάσεως αλλά σε μια αθανασία που δεν γνωρίζει θάνατο. Ο θάνατος εισήλθε ως αποτέλεσμα της αμαρτίας. Εισήλθε επειδή ο άνθρωπος έχασε τον Θεό, στράφηκε μακριά απ’ Αυτόν, έψαξε να βρει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να κάνει πράγματα μακριά από τον Θεό. Τη γνώση που θα αποκτούσε μέσω της κοινωνίας με τη γνώση και τη σοφία του Θεού, ο άνθρωπος προσπάθησε να την αποκτήσει μόνος του. Αντί να ζει κοντά στον Θεό, διάλεξε τη δική του ανεξαρτησία.

Ο Γάλλος πάστορας Ρολλάν ντε Κυρί γράφει κάπου, με έναν τρόπο που αποτελεί ίσως μια καλή εικόνα, ότι τη στιγμή που ο άνθρωπος έστρεφε την πλάτη του στον Θεό και κοίταζε το άπειρο μπροστά του, τη στιγμή εκείνη δεν υπήρχε Θεός γι’ αυτόν και, καθώς ο Θεός είναι η μόνη πηγή ζωής, δεν γινόταν παρά να πεθάνει. Αυτό σημαίνει ότι στο θάνατο υπάρχει μια τραγωδία. Από τη μια πλευρά ο θάνατος είναι τερατώδης, δεν θα έπρεπε κάν να υπάρχει, Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της απώλειας του Θεού. Από την άλλη πλευρά όμως, μια, ατέλειωτη διάρκεια χρόνου χωρισμένη από τον Θεό, πολλές χιλιάδες χρόνων ζωής δίχως καμιά ελπίδα ότι θα υπάρξει ένα τέλος σ’ αυτόν το χωρισμό από τον Θεό, θα ήταν κάτι το πολύ τρομακτικότερο κι από αυτήν τη διάλυση του σωματικού μας πλαισίου, που αποτελεί ένα τέλος σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο.

Έτσι, υπάρχει και μία άλλη πλευρά του θανάτου: όσο στενή πύλη κι αν είναι, είναι ωστόσο η μόνη πύλη που μας επιτρέπει να αποδράσουμε από τον φαύλο κύκλο του ατέλειωτου χρόνου μακριά από τον Θεό – ένας κτιστός ατέλειωτος χρόνος, όπου δεν υπάρχει, χώρος για να ξαναγίνουμε μέτοχοι της ζωής του Θεού και τελικά μέτοχοι της Θείας φύσης. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος μπόρεσε να πει: «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος».

Επειδή όσο ζω σ’ αυτό το σώμα θα είμαι χωρισμένος από τον Χριστό. Γι’ αυτό σε ένα άλλο εδάφιο λέγει ότι γι’ αυτόν το να πεθάνει δεν σημαίνει ότι απλώς ρίχνει από τους ώμους του την πρόσκαιρη ζωή, σημαίνει ότι ενδύεται την αιωνιότητα. Ο θάνατος δεν αποτελεί ένα τέλος, είναι μια αρχή. Είναι μια πόρτα που ανοίγει και μας εισάγει στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας, που θα ήταν κλειστή για μας για πάντα αν ο θάνατος δεν μας απελευθέρωνε από την ενσωμάτωσή μας στα γήινα πράγματα.

Αυτές οι δυο πλευρές πρέπει να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στο θάνατο. Όταν πεθαίνει κάποιος, νομιμοποιούμαστε να είμαστε συντετριμμένοι. Μπορούμε να παρατηρούμε με τρόμο το γεγονός ότι η αμαρτία σκότωσε το πρόσωπο που αγαπάμε. Μπορούμε να αρνηθούμε το θάνατο ως την τελευταία λέξη, το τελευταίο γεγονός της ζωής. Έχουμε δίκιο όταν κλαίμε πάνω στον κεκοιμημένο, επειδή αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Το πρόσωπο αυτό σκοτώθηκε από το κακό.

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-02

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων. Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά.

Ο χρόνος είναι απατηλός. Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε το θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τή ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή πού κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος. Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.

Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ’ έναν ετοιμοθάνατο, μ’ ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου. Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ’ αυτήν τη σχέση. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης ή ακόμη και άρνησή της.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στο θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.

Ο Ντοστογιέφσκυ, στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», μιλά για την κόλαση. Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!» Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης: είναι πολύ αργά. Λέξεις ή χειρονομίες που θα μπορούσαν να γεμίσουν μια σχέση δεν μπορούν πλέον να λεχθούν ή να πραγματοποιηθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό στο τέλος, αλλά ότι δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μ’ έναν άλλο τρόπο, με πολύ πόνο.

Πριν από αρκετά χρόνια, ήρθε να με δει ένας ηλικιωμένος γύρω στα ογδόντα πέντε. Ήθελε να με συμβουλευτεί, επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει με την αγωνία με την οποία είχε ζήσει για περίπου εξήντα χρόνια. Στον εμφύλιο πόλεμο της Ρωσίας είχε σκοτώσει το κορίτσι που αγαπούσε και που και αυτό τον αγαπούσε. Αγαπούσε ο ένας τον άλλο πολύ. Σκόπευαν να παντρευτούν, αλλά κατά τη διάρκεια μιας σκοποβολής, αυτή είχε τρέξει ξαφνικά μπροστά από τη γραμμή σκόπευσης και έτσι ήταν πολύ αργά για να εκτρέψει τη βολή του.

Για εξήντα χρόνια δεν είχε μπορέσει να βρει ειρήνη. Όχι μόνο είχε κόψει το νήμα μιας ζωής που του ήταν άπειρα πολύτιμη, αλλά μιας ζωής που άνθιζε και που ήταν εξίσου πολύτιμη και για το κορίτσι που αγαπούσε. Μου είπε ότι προσευχόταν, ζητούσε συγγνώμη από τον Κύριο, είχε εξομολογηθεί, είχε μετανοήσει, είχε λάβει την άφεση και τη Θεία Κοινωνία – είχε κάνει όλα όσα η φαντασία του και η φαντασία αυτών που είχε στραφεί για συμβουλές είχε προτείνει, ποτέ όμως δεν μπόρεσε να βρει ειρήνη.

Με μια έμπνευση έντονης και δυνατής συμπάθειας, του είπα: «Στρέφεσαι στον Χριστό που δεν έχεις δολοφονήσει, στους ιερείς που δεν έχεις πληγώσει. Γιατί δεν έχεις σκεφτεί να στραφείς στο κορίτσι που σκότωσες;»

Εξεπλάγη. Δεν μπορεί ο Θεός να συγχωρήσει; Δεν είναι ο μόνος που μπορεί να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων πάνω στη γη; Και όμως, έτσι είναι. Του είπα λοιπόν πως, αν το κορίτσι που πυροβόλησε μπορούσε να τον συγχωρήσει, να μεσολαβήσει γι’ αυτόν, τότε ακόμη κι ο Θεός δεν θα μπορούσε να την προσπεράσει ασυγκίνητος.

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΛΟΥΜ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ-01

Θάνατος και Απώλεια

Μετάφραση Ιωσήφ Ροηλίδης

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΤΙΑ – ΑΘΗΝΑ 2001

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Εισαγωγή

2. Μνήμη θανάτου

3.Απώλεια

4.Θάνατος

1. Εισαγωγή

Θα ήθελα να αρχίσω εξαφανίζοντας, αν είναι δυνατό, τη συνηθισμένη στάση που έχουν αναπτύξει οι σύγχρονοι άνθρωποι, όσον αφορά το θάνατο.
Είναι ένα αίσθημα φόβου και απόρριψης, ένα αίσθημα ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο και ότι πρέπει να επιδιωχθεί η επιβίωση με κάθε κόστος, ακόμη κι όταν αυτή δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή.

2. Μνήμη θανάτου

Σε παλιότερες εποχές, όταν οι Χριστιανοί βρίσκονταν πλησιέστερα στις παγανιστικές τους ρίζες και στη φοβερή και συνταρακτική εμπειρία της μεταστροφής τους, μιλούσαν για το θάνατο ως μια γέννηση στην αιώνια ζωή. Δεν τον αντιλαμβάνονταν ως τέλος, ως μια έσχατη ήττα, αλλά ως μια αρχή.
Θεωρούσαν τη ζωή ως άνοδο προς την αιωνιότητα και το θάνατο ως την πύλη που ανοίγει και μας αφήνει να εισέλθουμε σ’ αυτήν. Αυτό μάλιστα εξηγεί και το γιατί, τόσο συχνά, οι πρώτοι Χριστιανοί συνήθιζαν να υπενθυμίζουν ο ένας στον άλλο το θάνατο με φράσεις όπως «έχε μνήμη θανάτου», ενώ στις ευχές που μας άφησε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως πολύτιμη κληρονομιά υπάρχει μια αίτηση, με την οποία ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει «μνήμη θανάτου».

Όταν αναφέρονται αυτές οι λέξεις στον σύγχρονο άνθρωπο, η αντίδρασή του είναι συνήθως η απόρριψη και η αποστροφή. Μήπως σημαίνουν αυτές οι λέξεις ότι θα πρέπει να θυμόμαστε πως ο θάνατος είναι σαν τη Δαμόκλειο σπάθη, που κρέμεται από μια τρίχα πάνω από τα κεφάλια μας και πως, ανά πάσα στιγμή, μπορεί το συμπόσιο της ζωής να τερματιστεί τραγικά; Σημαίνουν μήπως πως oποτεδήποτε βρούμε μια χαρά, θα πρέπει αμέσως να συνειδητοποιούμε ότι αυτή θα έχει ένα τέλος; Πρέπει μήπως να επιθυμούμε να συσκοτίζεται το φως κάθε μέρας με το φόβο ενός επικείμενου θανάτου; Όχι, δεν αισθάνονταν έτσι οι πρώτοι Χριστιανοί. Αυτό που αισθάνονταν είναι ότι ο θάνατος αποτελεί μια αποφασιστική στιγμή, όταν όσα μπορούμε να κάνουμε πάνω στη γη φθάνουν σ’ ένα τέλος. Πρέπει λοιπόν να βιαστούμε να επιτύχουμε πάνω στη γη όσα μπορούμε να επιτύχουμε. Η μνήμη του θανάτου αποτελεί, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα σκοπό για να επιτύχουμε στη ζωή, για να γίνουμε το αληθινό πρόσωπο που κληθήκαμε από τον Θεό να γίνουμε, για να πλησιάσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτό που ο απόστολος Παύλος αποκαλεί «μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», για να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μια απαραμόρφωτη εικόνα του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί. Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ’ αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε ή να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας. Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρογράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.

Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε. Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας. Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.

 

Share on Facebook