Γενικός Ιατρός

«Το Κατσικάκι Καγκουρό»:

 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα αγρόκτημα, στην πλαγιά ενός βουνού, ζούσε ένα αντρόγυνο. Οι δυο τους ήταν καλοί άνθρωποι και αγαπούσαν πολύ τα ζώα. Στο αγρόκτημα αυτό είχανε πολλά ζώα που τα φροντίζανε με αγάπη και στοργή.

Όλα τα ζώα του αγροκτήματος ήτανε ευτυχισμένα. Αγελάδες, κατσικούλες, προβατάκια, κοτούλες και γουρουνάκια.

 

Κάποια μέρα λοιπόν, γεννήθηκε ένα κατσικάκι. Το μικρό κατσικάκι όμως ήτανε διαφορετικό από όλα τα κατσικάκια που είχαν ποτέ γεννηθεί.

Τα πόδια του δεν ήτανε όμοια.

 

Τα δύο μπροστινά ποδαράκια του, ήτανε μικρά σαν χεράκια, ενώ τα πισινά του πόδια ήτανε μεγάλα.

 

Έτσι το μικρό κατσικάκι, δεν μπορούσε να περπατήσει κανονικά όπως όλα τα ζωάκια, αλλά χοροπηδούσε, σαν ένα καγκουρό.

 

Όταν τα ζωάκια πρώτο αντικρίσανε το κατσικάκι αυτό, έμειναν έκπληκτα και στην συνέχεια το περιγελούσανε και το κοροϊδεύανε.

 

 

Το μικρό κατσικάκι, ήτανε στενοχωρημένο και συνέχεια κούρνιαζε στην αγκαλιά της μαμάς κατσίκας. Εκείνη όμως τον παρηγορούσε.

 

«Μην στενοχωριέσαι μικρό μου, πίστεψε με, ότι κάποια μέρα, όλα τα ζωάκια, θα καταλάβουνε την αξία σου και θα σε αγαπήσουνε πραγματικά», του έλεγε η μαμά κατσίκα.

 

« Μαμά, δεν το πιστεύω ότι θα γίνει ποτέ αυτό. Μόλις βγω έξω να παίξω μαζί τους, εκείνα γελάνε και με φωνάζουνε καγκουρό. Δεν πρόκειται ποτέ να γίνουνε φίλοι μου», έλεγε απογοητευμένο το κατσικάκι.

 

Μια μέρα, το καλό αντρόγυνο είχε βγάλει όλα τα ζωάκια να βοσκήσουνε και να φάνε την τροφή τους, κάτω από τον ζεστό ήλιο.

 

Οι κοτούλες τρώγανε ευτυχισμένες τα πίτουρα που τους είχε ρίξει το αφεντικό τους. Τα προβατάκια, οι αγελάδες και οι κατσίκες, βοσκούσαν χορταράκια ευτυχισμένα μέσα στο αγρόκτημα.

 

Ένα από τα γουρουνάκια, απολάμβανε το μεσημεριανό του μπάνιο, στα λασπόνερα, που τόσο πολύ του άρεσε.

 

Το κατσικάκι, τριγυρνούσε από δω κι από κει, μοναχό του μέσα στο αγρόκτημα, αφού κανένα άλλο ζωάκι δεν του έδινε σημασία.

 

Όμως, εκείνη την μέρα, ήτανε αποφασισμένο, να πλησιάσει ένα ζωάκι και να προσπαθήσει να γίνει φίλος του.

 

Τι σημασία είχε, αν το κατσικάκι ήτανε διαφορετικό από όλα τα άλλα κατσικάκια; Είχε και εκείνο ψυχή και ήθελε να νιώσει όπως όλα τα ζωάκια του κόσμου, αγαπητό και ευπρόσδεκτο από τον περίγυρο του.

 

Έτσι οπλίστηκε με θάρρος και άρχισε να χοροπηδάει προς την κατεύθυνση που βρισκότανε το γουρουνάκι.

 

Στην αρχή διστακτικά, αλλά στη συνέχεια με αποφασιστικό ρυθμό.

 

Εκείνη την ώρα όμως, ένα μεγάλο κακό πλησίαζε το αγρόκτημα. Ένας πεινασμένος λύκος, κατέβηκε από τα βουνά για να βρει τροφή.

 

Αφού μύρισε τα ζωάκια από μακριά ο λύκος, πλησίαζε σιγά-σιγά το αγρόκτημα, φτάνοντας μέχρι τον φράκτη που φύλαγε τα ζώα.

 

Το κατσικάκι συνέχιζε να χοροπηδάει προς το γουρουνάκι, έως ότου, είδε δύο αυτιά μεγάλα και μια ουρά, να κρύβονται πίσω από τον φράχτη.

 

 

Αμέσως κατάλαβε ότι ένας κίνδυνος παραμόνευε και συγκεκριμένα ένας λύκος που καραδοκούσε να τους επιτεθεί.

 

Έτρεξε αμέσως, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, φωνάζοντας με όλη την δύναμη που είχε, « τρέξτε να σωθείτε, ένας λύκος είναι εδώ».

 

Έφτασε αμέσως στο γουρουνάκι, το άρπαξε από το χέρι, και μαζί τους, άρχισαν να τρέχουν και τα άλλα ζωάκια.

«Γρήγορα στην αποθήκη καλά μου ζωάκια, γρήγορα», είπε το κατσικάκι αλαφιασμένο.

 

Ο λύκος, βλέποντας τα ζωάκια να χάνονται από μπροστά του, έτρεξε να τα ακολουθήσει, αλλά για κακή του τύχη, πρόλαβαν και κλείστηκαν όλα μέσα στην αποθήκη.

 

Το κατσικάκι, με ένα πήδημα, έφτασε την μπάρα της πόρτας και την κλείδωσε πίσω του, αφήνοντας τον λύκο, έξω από αυτήν.

 

Τα ζώα δεν πίστευαν αυτό που μόλις είχε συμβεί

Ένας λύκος στο σπίτι τους και μάλιστα, ένα κατσικάκι και κυρίως το κατσικάκι-καγκουρό, μόλις τους είχε σώσει.

 

Άρχισαν όλα μαζί να ζητωκραυγάζουνε και να φωνάζουνε δυνατά, «ζήτω το κατσικάκι-καγκουρό, που μας έσωσε από τον κακό τον λύκο, ζήτω».

 

Το κατσικάκι, ήτανε πολύ ευτυχισμένο. Ποτέ άλλοτε, δεν είχε νιώσει τόση χαρά και τόσο σημαντικός όσο εκείνη την ημέρα.

 

 

Τότε, το γουρουνάκι τον πλησίασε και του είπε.

«Συγνώμη, για τον τρόπο που σου έχω φερθεί μέχρι σήμερα. Είσαι το καλύτερο κατσικάκι, που έχω δει ποτέ μου.

 

Θα δεχτείς να γίνεις ο καλύτερος μου φίλος; Σου υπόσχομαι, επίσης, ότι ποτέ πια δεν θα σε ξαναπώ καγκουρό».

 

Το κατσικάκι του απάντησε με δάκρυα χαράς στα μάτια.

«Φυσικά και δέχομαι να γίνεις ο καλύτερος μου φίλος για πάντα, αλλά δεν με πειράζει να με αποκαλείτε καγκουρό, άλλωστε είναι η αλήθεια, είμαι ένα κατσικάκι με πόδια καγκουρό».

 

Το μικρό κατσικάκι είχε καταφέρει να διώξει τον λύκο μακριά και τα ζωάκια ήτανε πάλι ελεύθερα να συνεχίσουν την ζωή τους.

 

Την άλλη μέρα, τα ζωάκια αποφάσισαν να διοργανώσουνε μια μεγάλη γιορτή για τον μικρό τους ήρωα.

 

 

 

Στήθηκε μεγάλο φαγοπότι και όλα τα ζωάκια τρώγανε και πίνανε στην υγειά του καινούριου τους φίλου.

 

Το κατσικάκι, έλαμπε από ευτυχία και έτρεξε στην μαμά του.

«Πόσο δίκιο είχες μαμά…» και την αγκάλιασε θερμά.

 

Από τότε, όλα τα ζωάκια έπαψαν να κοροϊδεύουν το κατσικάκι. Ήταν και κείνο, πλέον, μέλος της μικρής τους κοινωνίας.

Και έζησαν αυτά καλά, και εμείς καλύτερα..

  

 

 

Share on Facebook