Γενικός Ιατρός

Διαφορές μεταξύ των δύο φύλων παχυσαρκία

 

 

 

Σχεδόν 61% του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο, ενώ οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκες από τους άνδρες.

– Η εγκυμοσύνη και η εμμηνόπαυση είναι σημαντικοί παράγοντες στην ανάπτυξη παχυσαρκίας στις γυναίκες, υποδηλώνοντας ότι οι διακυμάνσεις στις συγκεντρώσεις αναπαραγωγικών ορμονών προδιαθέτουν σε μεγάλο βαθμό τις γυναίκες σε περίσσιο βάρος (Lovejoy, Journal of Women’ s Health, 1998; 7(10): 1247-1256).

– Η σεροτόνινη συμβάλλει στη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής και της όρεξης. Όσο ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) αυξάνεται, το ποσοστό σύνθεσης σεροτονίνης μειώνεται, πιθανώς για να υποδείξει πληρότητα σε χαμηλότερα επίπεδα πρόσληψη τροφής. Στους άνδρες, η μείωση αυτή συμβαίνει όταν φτάνουν σε έναν ΔΜΣ που τους κατατάσσει στην κατηγορία των υπέρβαρων, ενώ οι γυναίκες δεν παρουσιάζουν τη μείωση αυτή στη σύνθεση της σεροτονίνης μέχρι να φτάσουν σε έναν ΔΜΣ που τις κατατάσσει ως «παχύσαρκες» (Roca et al., Annals of Nutrition and Metabolism, 1999; 43(3): 145-151).

– Οι παχύσαρκες που παίρνουν βάρος παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής πίεσης απ’ ό,τι οι αντιστοιχοι άνδρες (Wilsgaard et al., Archives of Internal Medicine, 2000; 160 (18): 2847-2853).

– Η λεπτίνη, μια πρωτεΐνη που παράγεται από τα λιποκύτταρα, δίνει σημαντικό σήμα στη ρύθμιση της όρεξης και στην κατανάλωση ενέργειας και θεωρείται ότι έχει ρολό-κλειδί στον έλεγχο του βάρους σώματος. Το επίπεδο λεπτίνης στο αίμα συσχετίζονται με τον δείκτη μάζας σώματος και είναι πιο υψηλότερο στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες. Μπορεί να αποτελεί εν μέρει τον λόγο για τον οποίο οι γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να γίνουν υπέρβαρες (Hellstrom et al., Journal of Internal Medicine, 2000; 247(4): 457-462, Liuzzi et al., Journal of and Related Metabolic Disorders, 1999; 23(10): 1066-1073, Ruige et al., Diabetes Care, 1999; 22(7): 1097-1104, Sheu et al., International Journal of Obesity and Related Metabolic Disorders, 1999; 23(7): 754-759, Morio et al., European Journal of Nutrition, 1999; 38(1): 14-19, Licinio et al., Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism, 1998; 83(11): 4140-4147, Summer et al., Obesity Research, 1998; 6(2): 128-133, Bennett et al., American Journal of Clinical Nutrition, 1997; 66(6):1340-1344, Niskanen et al., European Journal of Endocrinology, 1997; 137(1):61-67, Hickey et al., American Journal of Rhysiology, 1997;272(4 Pt 1):E562-566).

– Η τεστοστερόνη φαίνεται ότι παίζει μεγάλο ρόλο στη ρύθμιση των επιπέδων της λεπτίνης στο αίμα. Οι άνδρες με υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης έχουν χαμηλότερα επίπεδα λεπτίνης (Baumgartner et al., Obesity Research, 1999; 7(2): 141-149, Elbers et al., Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism, 1997; 82(10): 3267-3270).

– Κατά τη εφηβεία, τα επίπεδα λέπτινης αυξάνονται στα κορίτσια και μειώνονται στα αγόρια. Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά τα επίπεδα λεπτίνης φαίνεται ότι οφείλονται στην αύξηση της τεστοστερόνης στα αγόρια και στην αύξηση της μάζας λίπους στα κορίτσια σε αυτό τα στάδιο ανάπτυξης (Ahmed et al., Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism, 1999; 84(3): 899-905, Roemmich et al., American Journal of Physiology, 1998; 275(3 Pt 1): E543-551, Amborosius et al., Hormone Research, 1998; 49(5): 240-246, Garcia-Mayor et al., Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism, 1997; 82(9): 2904-2910).

– Η αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία θεωρείται ότι παίζει κάποιο ρόλο στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, συσχετίζεται με τα επίπεδα λεπτίνης στο αίμα στους άνδρες, όχι όμως και στις γυναίκες (Sheu et al., International Journal of Obesity and Related Metabolic Disorders, 1999; 23(7): 754-759, Sheu et al., Journal of hypertension, 1999; 17(9): 1289-1295).

– Οι γυναίκες που κυοφορούν θήλυ έμβρυο εμφανίζουν σημαντικές αυξήσεις στα επίπεδα λεπτίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, σε αντίθεση με τις γυναίκες που κυοφορούν άρρεν έμβρυο (Helland et al., Pediatrics, 1998; 101(3): E12).

– Η άσκηση φαίνεται ότι μειώνει τις συγκεντρώσεις λεπτίνης στο αίμα στις γυναίκες, όχι όμως στους άνδρες (Hickey et al., American Journal of Physiology, 1997; 272(4 Pt 1): E562-566).

– Ο παράγοντας νέκρωσης του όγκου (TNF-α) εκφράζεται σε λιποκύτταρα και πιθανώς εμπλέκεται στην ανάπτυξη αντίστασης στην ινσουλίνη. Μια παραλλαγή του γονιδίου για τον TNF-α σχετίζεται με την παχυσαρκία στις γυναίκες, αλλά όχι στους άνδρες (Hoffstedt et al., Diabetologia, 2000; 43(1): 117-120).

– Όταν χάνουν βάρος, οι άνδρες είναι πιθανότερο να χάσουν λίπος από την κοιλιά, ενώ οι γυναίκες είναι πιθανότερο να χάσουν το λίπος που βρίσκεται μόλις κάτω από το δέρμα. Λόγω αυτής της διαφοράς, οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερες μειώσεις στα επίπεδα τριγλυκεριδίων και αυξήσεις στα επίπεδα της HDL χοληστερίνης («καλή χοληστερίνη») σε σύγκριση με τις γυναίκες που χάνουν το ίδιο ποσοστό βάρους (Wirth and Steinmetz, Obesity Research, 1998; 6(6):393-399).

(Αρθρο του περιοδικού Society for Women’s Health Research,2003)